Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ιάκωβος Καμπανέλλης


επιμέλεια: Τόνια Αγιοπετρίτου


Θέλει έναν προγραμματισμό από αγγέλους
για να αλλάξειη κατάσταση στην ανθρωπότητα…

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο σπουδαιότερος ΈΕλληνας θεατρικός συγγραφέας
της εποχής μας αλλά και μία από τις εξέχουσες μορφές του θεάτρου του
20ου αιώνα, γεννήθηκε στην Νάξο στις 2 Δεκεμβρίου του 1921. Ο πατέρας
του, συμπαθής φαρμακοποιός και λάτρης των τεχνών και η μητέρα του γόνος
αριστοκρατικής οικογένειας από την Πόλη αποκτούν έντεκα παιδιά, από τα
οποία ζουν τελικά τα εννιά. Ο Ιάκωβος είναι το έκτο παιδί…

Ζει τα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής του στο νησί και οι
αναμνήσεις του από την Νάξο της εποχής εκείνης έχουν κάτι το
μυθιστορηματικό, το γραφικό αλλά και το μεταφυσικό συγχρόνως. Οπως ο
ίδιος λέει: "…Αν και ήταν μια μικρή πόλη δυόμισι χιλιάδων ανθρώπων
είχε από όλα… Από την μια το Κάστρο -που ζει εδώ και χίλια χρόνια ως
οικισμός- με τους παλιούς φεουδάρχες και άρχοντες του νησιού από τον
καιρό της Ενετοκρατίας. Κύριοι με μαύρα κουστούμια και καπέλα,
μπαστούνια και κολάρα και κυρίες με μαύρα φορέματα και λευκές δαντέλες
μπαινόβγαιναν σε σπίτια αρχοντικά με οικόσημα… Και από την άλλη, οι
αστοί, οι ψαράδες και οι αγρότες που έρχονταν από την ύπαιθρο να
πουλήσουν την πραμάτεια τους ή να την φορτώσουν στα καϊκια… Οι γάμοι
των αρχόντων, αλλά και οι γάμοι των φτωχών, τα βαφτίσια, οι κηδείες, οι
θρησκευτικές γιορτές… Ηταν σαν να περνάς μέσα από έναν πυκνό
ψυχισμό…".

Στην έκτη δημοτικού, ένας πρωτοπόρος δάσκαλος και αγρότης
συνάμα αναγνωρίζει το ταλέντο του από τις εκθέσεις του. "Εσύ κάποτε θα
γίνεις συγγραφέας!" είπε στον μικρό Ιάκωβο και εκείνος έβαλε τα
κλάματα, γιατί νόμιζε ότι αυτό ήταν κακό…

Στην ηλικία αυτή έχει ήδη αρχίσει να διαβάζει πολύ εξωσχολικά
βιβλία. Τα βιβλία τού ανοίγουν άλλους κόσμους και παίζει με τους φίλους
του διαβάζοντας τους διαλόγους και τις αφηγήσεις… Ο ίδιος
παραδέχεται: "…Θα μπορούσα να πω, χωρίς παραβίαση και μυθοποίηση της
αλήθειας, πως και η σχέση μου με το θέατρο άρχισε εδώ…".

Το 1934 η οικογένειά του μετακομίζει στην Αθήνα και ο νεαρός
πια Ιάκωβος δουλεύει το πρωί σαν "ο μικρός" σε διάφορα γραφεία και το
βράδυ παρακολουθεί μαθήματα στην νυχτερινή Βιοτεχνική Σχολή της
Σιβιτανιδείου. Το νέο του περιβάλλον τον κάνει να ασφυκτιά και βρίσκει
τον εαυτό του μόνον μελετώντας αδιάκοπα βιβλία λογοτεχνίας που
δανείζεται από παλαιοπωλεία. Στα δεκαοχτώ του χρόνια είναι ήδη γνώστης
μεγάλου μέρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Το 1942 κατά την γερμανική κατοχή, συλλαμβάνεται και οδηγείται
στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης των Εβραίων Μαουτχάουζεν. Θα
παραμείνει εκεί κρατούμενος μέχρι το τέλος του πολέμου, οπότε
επιστρέφει στην Αθήνα. Τα βιώματα στο κολαστήριο του στρατοπέδου, που
αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή του, καθορίζουν την μετέπειτα
θεώρηση και φιλοσοφία της ζωής του και επηρεάζουν το έργο του.

Πηγαίνοντας τυχαία ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1945 σε μια
παράσταση του Θεάτρου Τέχνης ανακαλύπτει την «μαγική δύναμη του
θεάτρου» και συνειδητοποιεί ότι "ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει με
φαντασιώσεις, αλλά πρέπει να αποδεχθεί την πραγματικότητα, να την
καταγράψει και μάλιστα, αν μπορεί, να προσπαθήσει να την αλλάξει…".

Ετσι άρχισε η επιτυχημένη πορεία του στο θέατρο.
Πρωτοεμφανίστηκε το 1950 με το έργο Χορός Πάνω στα Στάχυα, γνωστός όμως
έγινε με τα επόμενα έργα του Η Οδός, Ο Γορίλλας και η Ορτανσία, Οδυσσέα
Γύρισε Σπίτι, Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος, Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια, Η
Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας που παραστάθηκαν από το Θέατρο Τέχνης και
από το Εθνικό Θέατρο, με κορυφαία στιγμή την Αυλή των Θαυμάτων, που τον
καθιέρωσαν ως τον γενάρχη του μεταπολεμικού ελληνικού θεάτρου.

Ο Καμπανέλλης εισηγήθηκε τον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό
στο νεοελληνικό θέατρο και παράλληλα αναζήτησε νέους τρόπους έκφρασης
στον χώρο της δραματουργίας, κινούμενος με επιτυχία σε ένα ευρύ
υφολογικό φάσμα, από τον ποιητικό ρεαλισμό, τον νεορεαλισμό, το
φανταστικό, το σατιρικό παραμυθόδραμα, και την γκροτέσκα κωμωδία ως την
αφαιρετική γραφή και το λεγόμενο θέατρο του παραλόγου. Το έργο του
άσκησε μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους Ελληνες θεατρικούς
συγγραφείς, ενώ σημαντική υπήρξε και η συμβολή του στον χώρο του
ελληνικού κινηματογράφου, όπου έγραψε μεταξύ άλλων τα σενάρια για τις
ταινίες "Στέλλα" του Μιχάλη Κακογιάννη, "Ο Δράκος και Το Ποτάμι" του
Νίκου Κούνδουρου. Παράλληλα ασχολήθηκε με την στιχουργική
συνεργαζόμενος με συνθέτες όπως ο Μάνος Χατζιδάκις ("Παραμύθι Χωρίς
Ονομα"), ο Μίκης Θεοδωράκης ("Μαουτχάουζεν"), ο Νίκος Μαμαγκάκης ("Ο
Κύκλος με την Κιμωλία").

To 1965 έγραψε το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα "Μαουτχάουζεν".
Ακολουθούν τα θεατρικά έργα "Το Μεγάλο μας Τσίρκο", "Πρόσωπα για Βιολί
και Ορχήστρα" και "Τα Τέσσερα Πόδια του Τραπεζιού". Στο μεταξύ γράφει
ποιήματα και ασχολείται με την σκηνοθεσία στο θέατρο και τον
κινηματογράφο, κάνει ομιλίες, διαλέξεις και μεταφράζει τα έργα του, που
παίζονται εκτός από την Ελλάδα και στο εξωτερικό, από την Μόσχα και τις
πρωτεύουσες της Ευρώπης μέχρι την Νέα Υόρκη και το Μεξικό…

Το 1981 ο Καμπανέλλης αναλαμβάνει την διεύθυνση της
Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ και για έξι περίπου χρόνια σταματάει να γράφει.
Πολλοί πιστεύουν ότι το έργο του έχει τελειώσει εδώ. Τους διαψεύδει.
Τότε είναι που αρχίζει η πιο παραγωγική του περίοδος. Ο "Αόρατος
Θίασος" και "Ο Δρόμος Περνά από Μέσα" που θεωρείται συνέχεια του
προηγούμενου αποτελούν νέα γραφή και θεματολογία για τον συγγραφέα. Το
ονειρικό, το ασυνείδητο, ο ελεύθερος χειρισμός του χωροχρόνου δίνουν
νέες διαστάσεις στο έργο του και το οδηγούν σε δρόμους πιο εσωτερικούς
και πολύπλοκους. Ακολουθούν το τρίπτυχο "Ο Δείπνος", "Η Χώρα του Ιψεν",
"Η Τελευταία Πράξη", το "Μια Συνάντηση Κάπου Αλλού" με πολλά
αυτοβιογραφικά στοιχεία και το "Μια Κωμωδία". Με αυτά τα έργα ο
Καμπανέλλης "έχει περάσει ένα ποιοτικό κατώφλι, που οδηγεί την
νεοελληνική δραματουργία στον επόμενο αιώνα…" όπως θα πει
χαρακτηριστικά γι’ αυτόν ο Βάλτερ Πούχνερ στην τελετή αναγόρευσης του
Ιάκωβου Καμπανέλλη ως επίτιμου Διδάκτορα του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών
του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο γνωστός συγγραφέας είναι επίσης επίτιμος
Διδάκτορας στην Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και
στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου. Διατελεί πρόεδρος της
Εταιρίας Θεατρικών Συγγραφέων και το 1999 εκλέγεται παμψηφεί τακτικό
Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ τιμάται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
με το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα. Είναι
Πρόεδρος της Επιτροπής του εκπαιδευτικού προγράμματος "Βουλή των
Εφήβων" από το 2003 και το 2004 του απονεμήθηκε ο Χρυσός Αλέξανδρος στο
45ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το όνομά του, εκτός των
άλλων, κοσμεί και το νεόδμητο Δημοτικό Θέατρο της γενέτειράς του στην
Νάξο.
Ο πατέρας του Νεοελληνικού Θεάτρου μοιράζεται την ζωή του εδώ και
πενήντα έξι χρόνια με την σύζυγό του Νίκη, με την οποία απέκτησε μία
κόρη, την σκηνογράφο Κατερίνα Καμπανέλλη, που του έχει χαρίσει δύο
ακόμα μεγάλες αγάπες. Τις εγγονές του Νίκη και Ροδόπη. Δραστήριος και
αεικίνητος πάντα, εξακολουθεί να γράφει και μάλιστα να πειραματίζεται
σε νέα είδη θεατρικής γραφής.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είναι μία προσωπικότητα που θαυμάζω
πολύ. Από παιδί σχεδόν. Βοήθησε σε αυτό η Ναξιακή καταγωγή μου. Ηταν
φυσικό, λοιπόν, να με ενθουσιάσει η προοπτική της συνέντευξής του στο
περιοδικό μας. Θυμάμαι ακόμα την εγκάρδια χειραψία του όταν, μερικές
δεκαετίες πριν, τον συνάντησα για πρώτη φορά στην Νάξο μαζί με τον
πατέρα μου, φίλο των παιδικών του χρόνων. Με την ίδια χειραψία με
υποδέχθηκε και τώρα στο Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, όπου έγινε η
συνάντησή μας, και ας μην είχε μέχρι εκείνη την στιγμή πραγματικά
αναγνωρίσει την ταυτότητά μου. Ωστόσο οι "Οδοδείκτες" είχαν προκαλέσει
το ενδιαφέρον του. Και για μένα αυτό ήταν το ουσιαστικότερο. Ομως, ο
χρόνος μας ήταν πολύτιμος, ως πολύ περιορισμένος…

…………………………………………..

Κύριε Καμπανέλλη, διάβασα ότι η Νάξος ήταν ο πρώτος τόπος όπου
πειραματιστήκατε στο θεατρικό παιχνίδι. Εκεί στην αυλή της γιαγιάς σας
δημιουργούσατε παίζοντας μαζί με τα άλλα παιδιά…

Ήταν Το Παραμύθι Χωρίς Όνομα της Πηνελόπης Δέλτα που παίζαμε νομίζοντας
ότι κάνουμε θέατρο. Διαβάζαμε τους διαλόγους και τις αφηγήσεις. Η
αλήθεια είναι ότι μας είχε μαγέψει το βιβλίο… Ξέρετε εκείνη την εποχή
δεν είχαμε εξωσχολικά βιβλία. Εγώ ήμουνα ο ιδιοκτήτης του βιβλίου γιατί
μου το είχε χαρίσει ένα παιδί που παραθέριζε με την οικογένειά του κάθε
καλοκαίρι στην Νάξο, μαζί με έναν Ιούλιο Βερν, το 20.000 Λεύγες κάτω
από τη Θάλασσα και έναν ολόκληρο τόμο με δεμένα τεύχη της Διάπλασης των
Παίδων… Με την παρέα μου διαβάζαμε πολύ… Θα μπορούσα, λοιπόν, να
επαναλάβω, γιατί το έχω ξαναπεί, χωρίς παραβίαση και μυθοποίηση της
αλήθειας πως και η σχέση μου με το θέατρο άρχισε στην πατρίδα μου την
Νάξο… Νομίζω πως ο τόπος μας, γενέτειρα γη, πατρώα γη, είναι
κατάσταση και έννοια με αρχή και ψυχή την παιδική μας μυθολογία. Επειδή
νομίζω πως έστω κι αν δεν το συνειδητοποιούμε συχνά, μεδούλι και του
δημόσιου βίου μας είναι ο ιδιωτικός. Και πως αδιάκοπος ομφάλιος λώρος
και αιμοδότης των ευαισθησιών μας, των αισθημάτων μας, της διάνοιάς μας
είναι οι αναμνήσεις που αποθησαυρίστηκαν μέσα μας στα παρθένα χρόνια,
που ό,τι συνέβαινε γύρω μας είχε αποκαλυπτικές και μυθικές και
καθοριστικές για τον χαρακτήρα μας και τον βίο μας σημασίες.

Τα βιβλία λοιπόν είναι η πρώτη σας μεγάλη αγάπη….

Μου αρέσει πολύ το διάβασμα. Μια ζωή τρώω βιβλία… Από τότε
που θυμάμαι τον εαυτό μου, στην Νάξο, θυμάμαι, δανειζόμουνα βιβλία για
να τα διαβάσω. Αργότερα όταν η οικογένειά μου μεταφέρθηκε στην Αθήνα,
το 1934, ανακαλύπτω την λογοτεχνία στους παλαιοβιβλιοπώλες…. Στην οδό
Αθηνάς και στην Λυκούργου βρίσκω τον τρόπο να προμηθεύομαι βιβλία, όχι
να τα αγοράζω, γιατί κόστιζαν πολλά λεφτά και εγώ ήμουνα πραγματικός
βιβλιοφάγος, αλλά να τα νοικιάζω και βέβαια να δανείζομαι από όποιους
γνωστούς μου είχαν βιβλιοθήκες στο σπίτι…

Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να στραφείτε στην συγγραφή των θεατρικών έργων;

Αυτό έγινε πολύ αργότερα, μετά τον πόλεμο. Ήταν το Θέατρο
Τέχνης του Καρόλου Κουν… Μπαίνω όλως τυχαία στο Θέατρο Τέχνης, για να
περάσει η ώρα και όχι για να δω θέατρο και βομβαρδίζομαι από την
γοητεία μιας παράστασης του Κουν… Ξέρετε, ο σκηνοθέτης Κουν ήταν ένας
μεγαλοφυής δημιουργός. Έχω μόλις γυρίσει από ένα στρατόπεδο
συγκεντρώσεως… Από μία φοβερή πραγματικότητα. Όχι απλά ωμή, αλλά την
ωμότερη που μπορεί να φαντασθεί κανείς… Μαγεύομαι, λοιπόν, από ένα
ψεύδος, όπως αυτό που είναι το θέατρο… Γιατί το θέατρο, μπορεί να
έχει μία βάση στην πραγματικότητα, αλλά ουσιαστικά είναι ένα καλώς
εννοούμενο «κατασκεύασμα». Η παράσταση είναι επίσης ένα κατασκεύασμα…
Έχοντας επιστρέψει από ένα τοπίο με χιλιάδες νεκρούς γύρω μου
συγκλονίστηκα, στην κυριολεξία, από κάτι, στο οποίο όλοι
υποκρίνονταν… Μια ιστορία, ένα δράμα της καθημερινής ζωής… Οπότε
προβληματίστηκα φοβερά. Είναι δυνατόν, εγώ που έρχομαι από ένα
Μαουτχάουζεν να συγκλονίζομαι επειδή κάποιοι πεινούν ή υποφέρουν ή
είναι άνεργοι σε κάποια όχθη του Μισισιπή, στην Αμερική; Οπότε μου
αποκαλύπτεται η τεράστια δύναμη που έχει, όχι πια μόνο το θέατρο, αλλά
η Τέχνη γενικότερα. Οπότε αποφασίζω να διαβάσω, να μελετήσω και
αργότερα να γράψω θέατρο.

Πόσο η μαρτυρική ζωή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης έχει επηρεάσει το έργο σας;

Δεν ξέρω αν θα ήμουν αυτός που είμαι αν δεν είχα αυτή την
ανεκτίμητη εμπειρία στην κόλαση. Δεν ξέρω αν θα γινόμουν καν συγγραφέας
με τον τρόπο που σκέπτομαι και εκφράζομαι. Αν θα ήμουν ο δέκτης που
είμαι. Γιατί ένας συγγραφέας μπορεί να είναι πομπός, αλλά πριν από όλα
πρέπει να είναι δέκτης. Το ότι τα έργα μου είναι πολυπρόσωπα είναι η
απόρροια της εμπειρίας μου από το Μαουτχάουζεν. Από ένα χώρο ακραίων
συμπεριφορών, από μέρους ακόμα και των κρατουμένων. Ήταν ένα πλήθος
υπήκοο σε μια κοινή μοίρα. Αυτό είναι ένα στοιχείο που υπάρχει πολύ
μέσα στα έργα μου. Και ακόμα θα έλεγα για τον ρόλο που παίζει η
φαντασία στον άνθρωπο γενικά. Η καταφυγή στην φαντασία, η χρήση της, με
λίγα λόγια ο άνθρωπος που δεν χωράει μέσα στον εαυτό του, που υπάρχει,
επίσης, μέσα στο έργο μου, είναι κάτι που το ζούσαμε στο στρατόπεδο
κάθε λεπτό.

Αισθάνεσθε ότι στο έργο σας έχετε αποτυπώσει ένα κομμάτι της
προσωπικότητάς σας; Έχετε βαθιά ασχοληθεί με τις αγωνίες και τα βάσανα
των ανθρώπων…

Βεβαίως! Εδώ συναντιούνται όλα! Οι εμπειρίες, τα βιώματά μου, οι
αγωνίες, τα πιστεύω μου… Γιατί το θέατρο εκφράζει την ζωή, τα
συνειδησιακά προβλήματα του ανθρώπου… Αυτό είναι ουσιαστικά το
θέατρο. Η καταγραφή της παγκόσμιας συνείδησης. Από τους τραγικούς μέχρι
σήμερα το θέατρο είναι η περιπέτεια της ανθρώπινης συνείδησης,
ουσιαστικά…

Λέγεται ότι Η Αυλή των Θαυμάτων, ένα κλασικό, θρυλικό πλέον,
θεατρικό έργο και από τα πιο παιγμένα στο θέατρο, που κινείται πάνω
στον νεορεαλισμό, σηματοδοτεί την σύγχρονη ελληνική θεατρογραφία. Ο
ίδιος ο Κουν είχε παραδεχθεί πως οι διάλογοί του είναι από τους
καλύτερους του κόσμου. Επίσης έχει γραφεί ότι «ο συγγραφέας στο έργο
αυτό, μακριά από ηθικολογίες και διδακτική διάθεση, προσπαθεί να δείξει
πώς τα όνειρα των ανθρώπων συνθλίβονται κάτω από την ηθική της
πολυκατοικίας και την ιδεολογία του τσιμέντου… Ένα έργο πάντα πολύ
επίκαιρο, που μαζί με την Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας και την Ηλικία
της Νύχτας σηματοδοτεί τυπικά και ουσιαστικά μια νέα φάση στο
μεταπολεμικό θέατρο… ». Τι σας οδήγησε στην συγγραφή του;
Η Αυλή των Θαυμάτων, όταν γράφτηκε, ήταν το κύκνειο άσμα ενός κόσμου
βαθιά δικού μας και βαθιά πικραμένου. Τόπος δράσης και εξέλιξής του
είναι μια αυλή ενός σπιτιού λίγο πριν την κατεδάφιση. Οι ένοικοί της
είναι λαϊκοί άνθρωποι που βιώνουν την κοινή μοίρα της φτώχειας, της
μιζέριας, της ανεργίας, της ορφάνιας, της κρατικής τρομοκρατίας…
Είναι όλα αυτά που με απασχολούσαν και με βασάνιζαν…

Πού βρίσκεται το θέατρο σήμερα, από άποψη εξέλιξης;

Παγκόσμια δεν είναι σε ακμή. Δεν μπορούμε να πούμε αυτή την
στιγμή ότι έχουμε μεγάλους ζώντες συγγραφείς. Και λέω ζώντες, γιατί
υπήρχαν μέχρι πριν δεκαπέντε-είκοσι χρόνια Δεν σημαίνει, προς Θεού, ότι
υπάρχει κενό. Απλώς είναι μία μεταβατική περίοδος και αυτό ισχύει σε
παγκόσμια κλίμακα, όχι μόνο στον τόπο μας. Ωστόσο πρέπει να πούμε ότι
βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, υψηλότερο από άλλοτε, από πλευράς
πρακτικής, δηλαδή από πλευράς παραστάσεων…

Μπορείτε αυτό να μας το εξηγήσετε; Και ας αναφερθούμε στον τόπο μας…

Ναι, βεβαίως, Έχουμε πολλούς καλούς νέους ηθοποιούς, οι οποίοι
-το έχω παρατηρήσει και το βρίσκω πολύ σημαντικό- δεν κάνουν μόνο μια
θεατρική σπουδή, αλλά είναι νέοι που σπουδάζουν φιλολογία, κοινωνικές
επιστήμες ή πηγαίνουν στην φιλοσοφική σχολή, ταυτόχρονα με τις
θεατρικές σπουδές τους. Οι ηθοποιοί σήμερα, οι καινούργιες φουρνιές,
είναι παιδιά με κάποιο ακόμα πανεπιστημιακό δίπλωμα. Αυτό αποτελεί
βασικό συντελεστή στην εξέλιξη του θεάτρου. Οι μορφωμένοι ηθοποιοί. Το
ίδιο συμβαίνει και με τους σκηνοθέτες… Επίσης συντελεί το ότι και τα
τεχνικά μέσα είναι περισσότερα. Κάποτε ένας έμπειρος πρακτικός
ηλεκτρολόγος έκανε τους φωτισμούς του θεάτρου. Σήμερα οι φωτισμοί στο
θέατρο είναι επιστήμη. Πάνε και σπουδάζουν ειδικά γι’ αυτό και μάλιστα
στο εξωτερικό.

Μια λοιπόν που προσεγγίσαμε τους νέους, ως Πρόεδρος της Οργανωτικής
Επιτροπής του εκπαιδευτικού προγράμματος "Βουλή των Εφήβων" έχετε
αντιληφθεί κάτι καινούργιο να έρχεται από αυτή τη γενιά;

Χαίρομαι που μου κάνετε αυτήν την ερώτηση γιατί θα ήθελα να πω ότι στη
Βουλή των Εφήβων, όπου έρχεται κανείς σε επαφή με τριακόσια νέα παιδιά,
εδώ και δύο χρόνια τώρα, ζω μια καταπληκτική εμπειρία. Αν αυτά τα
παιδιά εκπροσωπούν το πέντε τοις εκατό -δεν χρειάζεται παραπάνω- των
συνομηλίκων τους, σας διαβεβαιώ ότι θα πρέπει να είμαστε περήφανοι και
αισιόδοξοι για το μέλλον αυτής της χώρας. Βλέπω ότι υπάρχει μια
νεολαία, πολύ έξυπνη, οξυδερκής, παρατηρητική, με πολύ δυνατό μυαλό και
ζεστή καρδιά, που ξέρει να επεξεργάζεται θέματα δημόσιου βίου και όχι
μόνον. Στη Βουλή των Εφήβων ακούω ομιλίες των παιδιών συναρπαστικής
ωριμότητας, σκέψεις ειλικρινείς και τεκμηριωμένες που -αν και τα
πράγματα είναι βέβαια δύσκολα συγκρίσιμα- σπάνια έχουμε την τύχη να
παρακολουθήσουμε στην Βουλή των μεγάλων Ελλήνων βουλευτών… Είναι
πραγματικά μια εμπειρία που την ζω και την ευχαριστιέται η ψυχή μου…

Τι ευχή θα δίνατε σε αυτά τα παιδιά;

Η ευχή για αυτά τα παιδιά είναι να μην τα χαλάσει η ζωή… Να μην αλλοιωθούν από την καθημερινότητα…

Αισθάνεστε να διαπνέουν την κοινωνία μας κάποια ανανεωτικά ρεύματα ή
πιστεύετε ότι έχουμε τελματώσει στις συμβάσεις της καθημερινότητάς μας;

Οταν λέτε ανανεωτικά ρεύματα, τι εννοείτε;

Ενα ανανεωτικό ρεύμα θα μπορούσε να είναι: Αναζητώ τον εαυτό μου,
τον σκοπό της ζωής μου, βελτιώνομαι, παρατηρώ τον πλησίον, τον
προσεγγίζω, ενδιαφέρομαι πραγματικά για τον συνάνθρωπό μου, για την
φύση, με αφορά ουσιαστικά το τι συμβαίνει γύρω μου και
ενεργοποιούμαι…. Δεν είμαι: θα σπουδάσω, θα εργαστώ, θα βγάλω
χρήματα, θα κάνω οικογένεια και αυτό είναι όλο…

Η ζωή μας, κατ’ αρχήν, είναι γεμάτη αντιφάσεις. Ας δούμε το πράγμα
γενικότερα. Ζούμε μία εποχή που από την μια μεριά κάνουμε θαύματα στις
διαστημικές έρευνες ή στις επιστήμες και από την άλλη -ενώ θα έπρεπε
όλη αυτή η πρόοδος, αυτή η εξέλιξη της τεχνολογίας η αδιανόητη πριν
πενήντα-εξήντα χρόνια, να έχει κάνει την ανθρωπότητα πιο καλή για τον
άνθρωπο- δείτε τι συμβαίνει. Έπρεπε να μιλάμε σήμερα για ένα Τρίτο
Κόσμο; Να δεχόμαστε να πεθαίνει κάθε λεπτό ένα παιδί στην Αφρική ή όπου
αλλού; Και όμως, αυτά τα φοβερά πράγματα συμβαίνουν στον κόσμο μας…
Όλη η ζωή, οικουμενικά η ζωή, κινείται με αυτή την αντίφαση -ας
χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο για να μην πω την λέξη "κτηνωδία", γιατί
δεν είναι όλα τόσο μαύρα. Πεθαίνουν άνθρωποι γιατί τους μαστίζουν οι
αρρώστιες και δεν έχουν φάρμακα ή δεν έχουν να φάνε και την ίδια στιγμή
γίνεται παγκόσμια είδηση ότι ένα παιδάκι -θα μπορούσε να είναι από την
Γουατεμάλα ή από το Μπαλί- που είχε ένα πρόβλημα υγείας, εν τέλει μπήκε
σε κάποιο νοσοκομείο της Αγγλίας ή της Αμερικής το βοηθήσανε και
σώθηκε… Παγκόσμια είδηση το ένα παιδάκι που σώθηκε και από την άλλη
χιλιάδες παιδάκια νεκρά αγνοημένα…

Αυτά είναι παρανοϊκά πράγματα. Ζούμε μια ατέλειωτη τρέλα. Εδώ
εισέρχεται και το θέμα επικοινωνίας και διαφήμισης κάποιων ανθρώπων…
Ζούμε σε μια γεμάτη σκληρότητα και αντιφάσεις εποχή και μέσα σε αυτήν,
στο σύνολο, το άτομο κινείται με μια αντίστοιχη εξίσου αντιφατική ή
παρανοϊκή συμπεριφορά. Ο ίδιος άνθρωπος που κινούμενος μόνον από
εγωισμό μπορεί την μια στιγμή να είναι επιζήμιος για τον διπλανό του
και την άλλη να κάμει κάτι υπέροχο…

Πιστεύετε ότι υπάρχει θεραπεία για όλη αυτήν την αρρώστια; Πώς πρέπει να εργαστούμε για να δούμε ένα φως;

Να αισθανθούμε την ευθύνη μας ο καθένας σαν ατομικότητα και να
δουλέψουμε για την συλλογικότητα. Αυτό που είπατε, να βελτιωθούμε εμείς
οι ίδιοι και να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε και τα πράγματα γύρω μας.
Που βέβαια είναι εξαιρετικά δύσκολο έργο. Πώς να κάνεις να αλλάξει
τελείως η συμπεριφορά κάθε ηγεσίας; Ο κ. Μπους παραδείγματος χάριν –
μιλάω για τον πλανητάρχη όποιος και να είναι αυτός, μιλάω για την
υπερδύναμη αυτήν τη στιγμή στον κόσμο- από την μία μεριά λέει:
«προσευχήθηκα στον Θεό… προσεύχομαι στον Θεό…. θα προσευχηθώ στον
Θεό…» και από την άλλη μεριά -είναι γνωστό- είναι όργανο κάποιων
ανθρώπων που ενδιαφέρονται μόνον για την τιμή του πετρελαίου ή για το
πόσα όπλα θα πουληθούνε… Και θυμάμαι μια σειρά άρθρων πριν πολλά
χρόνια, μου είχαν κάνει εντύπωση, του γερουσιαστή Φουλμπράιτ, ενός
σπουδαίου μυαλού, που διάβαζα κάποτε στην Καθημερινή, όπου έλεγε πώς
είμαστε όμηροι των όπλων και της οικονομίας της εξαρτημένης από την
πολεμική βιομηχανία. Η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Αμερικής είναι
η πολεμική βιομηχανία. Αν αυτή η δύναμη σταματήσει να υπάρχει θα
υπάρξουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι άνεργοι. Οπότε πρέπει να υπάρχει
η πολεμική βιομηχανία. Πώς απελευθερώνεται ο άνθρωπος, οι λαοί από αυτή
την τρελή κατάσταση, την οποίαν οι ηγεσίες δεν φρόντισαν να εξαλείψουν;
Πρόκειται για μια ομηρία σε τέτοια συμφέροντα που δεν αντιμετωπίζονται
καθόλου εύκολα… Θέλει έναν προγραμματισμό από αγγέλους για να αλλάξει
η κατάσταση στην ανθρωπότητα και να εξαλειφθούν αυτά τα προβλήματα. Ο
Θεός ξέρει σε πόσες δεκαετίες…

Στο έργο σας "Μια συνάντηση Κάπου Αλλού" παρακολουθείτε την πορεία
της συνείδησης μιας προσωπικότητας, μέσα από ένα συνεχή διάλογο όλων
των ηλικιών της, της παιδικής, της εφηβικής, της νεανικής, της
ωριμότητας και των γηρατειών. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτό.

Κοιτάξτε, ο άνθρωπος είναι πολύπλοκο ον. Δεν είμαστε ένας ο καθένας
μας. Συμβαίνει κάτι πολύ απλό σε όλους μας, αλλά δεν είναι και εύκολο
να το συνειδητοποιήσουμε. Στα εβδομήντα μας ή στα ογδόντα μας δεν
είμαστε ένας χαρακτήρας. Κουβαλάμε τους χαρακτήρες που αφήσαμε πίσω
μας. Αφήσαμε ένα χαρακτήρα παιδί, έναν έφηβο, έναν χαρακτήρα άνδρα, ένα
μεσήλικα, έναν μεταμεσήλικα και κυκλοφορούμε με έναν γέροντα πια…
Ζουν μέσα μας αυτοί οι χαρακτήρες και υπάρχουν γύρω μας, μας
περιβάλλουν… Κάθε ηλικία αντιμετωπίζει όλους τους χαρακτήρες. Κάθε
χαρακτήρας του ενιαίου διανύει την ζωή και διαρκώς αλλάζει. Την
αγνότητα του παιδιού την έχει και ο μεσήλικας, όπως και την σοφία του
γέροντα μπορεί να την συναντήσει κανείς σε ένα νέο… Αυτό ήθελα να
εκφράσω με αυτό το έργο.

Δηλαδή η εξέλιξη μιας προσωπικότητας προϋποθέτει μια διαρκή κίνηση της συνειδητότητάς της;

Ακριβώς!

Μήπως και για τον νεώτερο θεατή, που βλέπει αυτήν την θεατρική
παράσταση, το μήνυμα είναι ότι και οι επόμενες ηλικίες του είναι
συνδεδεμένες με το τώρα του; Και ότι αρχή και τέλος συνυπάρχουν; Και
ότι, επίσης, κάθε τέλος δεν μπορεί παρά να είναι μια νέα αρχή;

Σίγουρα κυρία Αγιοπετρίτου, αυτό θέλει να πει, από κάθε άποψη…

Εχοντας ασχοληθεί μέσα από το έργο σας με την φτώχεια, την ανεργία,
την τρομοκρατία, όλα αυτά τα φαινόμενα που μαστίζουν τον πλανήτη μας,
πιστεύετε ότι το θέατρο συμβάλλει με τον τρόπο του, στο να
συνειδητοποιήσουμε τα θέματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν σαν
ανθρωπότητα και να ενεργοποιηθούμε;

Οπωσδήποτε το θέατρο συμβάλλει σε αυτό. Οπως άλλωστε κάθε μορφή τέχνης. Η μουσική, το βιβλίο, ο κινηματογράφος, η ζωγραφική…

Στο θέατρο όμως δεν είναι πιο έντονη η επιρροή, αφού ο θεατής βιώνει ζωντανά την προσωπικότητα του κάθε ρόλου;

Ούτε συζήτηση. Αυτό είναι η δύναμη του θεάτρου. Η αποκλειστική δύναμη!
Το ότι ο θεατής ζει αυτό που διαδραματίζεται εκείνη την ώρα. Υπάρχει
μια πραγματικότητα επί σκηνής, μια ζωή επί σκηνής. Και αυτό τον
συναρπάζει. Και κάτι άλλο, ένα μυθιστόρημα θέλει μέρες για να
διαβαστεί. Το θέατρο μέσα σε δύο ή τρεις ώρες έχει πει όσα ένα
μυθιστόρημα εξακοσίων ή και χιλίων σελίδων και μάλιστα πιο άμεσα.

Το θέμα είναι ποια είναι η διάρκεια αυτής της συμβολής; Πόσο
διαρκεί αυτή η επιρροή; Έχετε σκεφτεί ποτέ τι γίνεται στις κηδείες; Για
μένα μια κηδεία είναι ένα σπουδαίο ανθρωπιστικό γεγονός. Δεν θεωρώ
καθόλου την κηδεία σαν μακάβριο θέμα. Αντίθετα είναι μέσα στη ζωή μας
και πρέπει να πω ότι η νεκρώσιμη ακολουθία ιδιαίτερα είναι από τα
κείμενα που λατρεύω. Νομίζω είναι γεμάτο σοφία και ποίηση. Η καλή
ποίηση άλλωστε είναι σοφία. Και η σοφία είναι ποίηση έτσι και αλλιώς…
Πάμε, λοιπόν, σε μια κηδεία και την ώρα που παρακολουθούμε την
νεκρώσιμη ακολουθία -νομίζω συμβαίνει σε εννιά στους δέκα παρόντες-
φιλοσοφούμε όλοι. Υπάρχει η αίσθηση της ματαιότητας, που και αυτή είναι
μία σοφία. Σκεφτόμαστε τι έχουμε και τι δεν έχουμε κάνει στην ζωή μας,
από αυτά που πραγματικά αξίζουν… Και εκείνη την ώρα είμαστε υπέροχοι
και οι εννέα. Πόσο διαρκεί αυτό; Τελειώνει η κηδεία και είμαστε ικανοί,
μόλις βγούμε έξω από το νεκροταφείο, το επόμενο λεπτό, να κάνουμε την
χειρότερη βρωμοκατεργαριά … Οπως και να έχει, δεν θα πρέπει να
εγκαταλείψουμε την προσπάθεια και τον αγώνα. Αλίμονο αν παραιτηθούμε
και πούμε «ο κόσμος δεν διορθώνεται δεν ωφελεί να μιλάμε…». Θα ήταν
σαν να πάψουμε πια να έχουμε και επίγνωση του πόσο χαλάμε τον κόσμο
αντί να τον φτιάχνουμε….

Ο,τι συμβαίνει στη ζωή ισχύει και για το θέατρο. Πόσο κρατάει
το μάθημα; Και θα σας φέρω ένα παράδειγμα για το στρατόπεδο
συγκεντρώσεως που αναφέραμε πριν. Έγινε το μεγαλύτερο έγκλημα στην
ιστορία της ανθρωπότητας στη ναζιστική Γερμανία, αλλά, προσέξτε, η
Γερμανία ήτανε η χώρα, μέχρι κάποιες δεκαετίες πριν, των πιο μεγάλων
μουσικών, ποιητών, φιλοσόφων και επιστημόνων. Ίσως η πιο προηγμένη χώρα
στον χώρο του πολιτισμού. Σπουδαία, αδιανόητα πράγματα,
διαδραματιζόντουσαν εκεί… Ε, σ’ αυτή την χώρα και σ’ αυτό τον λαό
έγιναν τα Άουσβιτς, τα Μπούχελβαρτ και τα Μαουτχάουζεν… Και το
εκπληκτικό; Η Βαϊμάρη, ως γνωστόν, είχε γίνει μετά τον πρώτο παγκόσμιο
πόλεμο ένα σύμβολο της δημοκρατίας. Η πνευματική και πολιτική έδρα της
Γερμανίας. Ηταν η πόλη-σύμβολο…

Στην Βαϊμάρη υπάρχουν το σπίτι του Γκαίτε, του Σίλερ, η
εκκλησία όπου ο Μπαχ έπαιζε τις καντάτες του για ένα μεγάλο διάστημα…
Μεγάλοι ποιητές και σοφοί έζησαν στην Βαϊμάρη. Ε, λοιπόν, το
Μπούχελβαρτ -ένα από τα γερμανικά στρατόπεδα εξοντώσεως- απέχει μόλις
πέντε χιλιόμετρα από το σπίτι του Γκαίτε… Το διανοείσθε αυτό;

Είναι αυτές οι αντιφάσεις που λέγαμε πριν…

…Είναι δυνατόν όλος αυτός ο πολιτισμός να σβήσει ξαφνικά και
την θέση του να καταλάβει ένα τεράστιο εργοστάσιο θανάτων αθώων παιδιών
και γυναικών; Διότι εδώ δεν μιλάμε για ένα πόλεμο κάποιων με όπλα
αντικριστά… Μιλάμε για το ειδεχθέστερο έγκλημα που έχει γίνει ποτέ…
(τα μάτια του υγραίνονται).

…Σας πονάει ακόμα και σαν μακρινή ανάμνηση…

Α, καλά… Μέχρι τώρα! Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι το θυμάμαι συνέχεια, αλλά με έχει σφραγίσει ανεξίτηλα.

Μήπως σας έχει απενοχοποιήσει κιόλας; Μήπως σας έχει κάνει να δείτε
«δυο ζωές μπροστά»; Να συνειδητοποιήσετε έγκαιρα ποιες είναι οι
αληθινές αξίες της ζωής;

Ούτε συζήτηση! Οταν έχεις ζήσει τις προδομένες αξίες, θέλεις μετά να
τις δεις αναβαπτισμένες σε έναν άλλο κόσμο… Να τις δεις
αποκατεστημένες, καθαρμένες αξίες. Βεβαίως το στρατόπεδο συγκεντρώσεως
ήταν για μένα ένα μεγάλο μάθημα. Πολλές φορές με ρωτούν αν σπούδασα
θέατρο κάπου. Τους απαντώ: "ναι, κατ’ αρχήν στο στρατόπεδο
συγκεντρώσεως!". Εκεί γνώρισα την ζωή, τον ανθρώπινο χαρακτήρα, την
ανθρώπινη ψυχή, στις πιο ακραίες της στιγμές, στις πιο δύσκολες
καταστάσεις, στις πιο πολύπλοκες συνθήκες…

Σπουδή ψυχών, δηλαδή…

Ασφαλώς. Γι’ αυτό σας είπα ότι και το έργο μου είναι πολύ
επηρεασμένο από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Μοίρα συλλογική… Και
πάντα ιδιωτικές ιστορίες μέσα σε ένα δημόσιο βίο. Δεν είναι ποτέ
αυστηρά ιδιωτικές περιπτώσεις. Κλινικές περιπτώσεις δεν θα με
ενδιέφεραν ποτέ…

Η οικογένεια, η πατρική κατ’ αρχήν και στη συνέχεια η οικογένεια που εσείς δημιουργήσατε, τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή σας;

Το πράγμα λειτουργεί από μόνο του γονιδιακά θα έλεγα. Εγώ ανήκω
σε μία οικογένεια με εννέα παιδιά, μια δεμένη οικογένεια με την ευλογία
δύο υπέροχων γονιών, του πατέρα μου και της μάνας μου… Δημιούργησα
και εγώ οικογένεια και μακάρι αντί ένα, να είχα και εγώ εννιά παιδιά
και σαράντα εγγόνια. Πιστεύω στο θεσμό της οικογένειας. Πιστεύω κυρίως
στην αγάπη που διδάσκεται, συνδέει την οικογένεια και αναπτύσσεται μέσα
σε αυτήν. Στην γονική αγάπη, την υική αγάπη, την αδελφική αγάπη, αυτήν
που αναδιπλώνεται και σε μαθαίνει να αγαπάς όλο τον κόσμο… Πιστεύω
πολύ στο πατρικό σπίτι… Κάθε πατρικό σπίτι είναι μια εκκλησία…

Μήπως και η εξέλιξη αυτής της οικογενειακής αγάπης στην αγάπη με την
ευρύτερη έννοια, είναι ίσως το κλειδί για την θεραπεία όλων των δεινών
που μαστίζουν τον πλανήτη μας;

Κυρία Αγιοπετρίτου, έχω πει και άλλοτε, και αυτό απαντάει στην ερώτησή
σας, ότι ακόμα και οι πόλεμοι, οι πιο μεγάλοι ξεκινούν μέσα από το
σπίτι μας. Τουτέστιν όλα αρχίζουν μέσα στο σπίτι. Στην οικογένεια.
Ασφαλώς, η αγάπη είναι το μεγάλο κλειδί στη ζωή μας. Και αυτό μας το
δίνει πρώτα το σπίτι μας.

Μια και οι "Οδοδείκτες" είναι περιοδικό κοινωνικού προβληματισμού
και πνευματικής αναζήτησης, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μας πείτε τί
σημαίνει για σας "πνευματικός άνθρωπος" και ποιός κατά την γνώμη σας
είναι ο ρόλος του στα κοινωνικά δρώμενα;

Κοιτάξτε, ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι κάτι που κατασκευάζεται,
πιστεύω. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Όπως δεν πίστεψα ποτέ μου στο
λεγόμενο πολιτικό θέατρο. Πολιτικό θέατρο είναι όλο το παγκόσμιο
θέατρο. Ζούμε μέσα σε μία κοινωνία, η κοινωνία έχει και την πολιτική,
είναι ομοούσια με την πολιτική, κατά συνέπεια ό,τι κάνουμε -ακόμα και ο
ιδιωτικός μας βίος- έχει μια πολιτική χροιά. Όχι μόνον το θέατρο. Τώρα,
πνευματικός άνθρωπος για μένα, είναι κάτι το αυτοφυές. Ξεφυτρώνει
κάπου, χωρίς εντολές ή στρατεύσεις… Το πρώτο πράγμα που με κάνει να
διακρίνω έναν πνευματικό άνθρωπο είναι ότι ποτέ δεν θα τον ακούσεις να
πει "εγώ είμαι πνευματικός άνθρωπος" ή "εγώ είμαι απόστολος"! Έχει μία
συνείδηση. Αφήνει την συνείδησή του ελεύθερα και ειλικρινά να
λειτουργήσει σαν καλός συγκάτοικος κατ’ αρχήν, σαν καλός φίλος, σαν
καλός συγγενής, σαν καλός συνεπιβάτης στο τρόλεϋ, σαν καλός συνδημότης,
σαν καλός συμπολίτης, σαν καλός συμπατριώτης, σαν καλός συνάνθρωπος
κατά προέκταση. Δεν διαφέρει ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου από τον
ρόλο του οποιουδήποτε απλού ανθρώπου, που όμως γνωρίζει να είναι
Άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο. Τώρα, αν κατά σύμπτωση είναι μουσικός και με
την μουσική του προσφέρει κάτι παραπάνω στον κόσμο, ή είναι συγγραφέας
ή καλλιτέχνης ή πολιτικός και με το έργο του προτρέπει, ομορφαίνει,
νουθετεί ή καθοδηγεί τον κόσμο, ακόμα καλύτερα. Κοιτάξτε, αυτό που
συνέβαινε στην αρχαία Αθήνα. Δεν είπε ποτέ ο Σοφοκλής ή ο Αισχύλος ή ο
Αριστοφάνης "εγώ είμαι συγγραφέα" ή "είμαι πνευματικός άνθρωπος".
Πολίτης της Αθήνας ήτανε. Ενίοτε και στρατηγός. Υπήρχαν χρονιές που
έπρεπε να στρατηγεύσουν και οι ποιητές και οι φιλόσοφοι και οι
συγγραφείς. Και στον πόλεμο πηγαίνανε και τα έργα τους κάνανε… Δεν
μπορεί να είναι διαφορετικός ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου σήμερα…

Ενας απλός πολίτης μπορεί να ζει με πνευματικό τρόπο αλλά δεν μπορεί
να αποτελέσει για τους πολλούς, παρά μόνον για τον στενό του κύκλο, το
παράδειγμα προς μίμηση. Ο πνευματικός άνθρωπος όμως πρέπει να είναι και
σημείο αναφοράς ορατό και διακεκριμένο από το κοινωνικό σύνολο, έτσι
δεν είναι;

Ναι, αλλά δεν πρέπει να επιδιώκει να ξεχωρίζει. Αυτό γίνεται μοιραία.
Είναι συνέπεια της ζωής και του έργου του. Κάνε αυτό που πιστεύεις και
άστο να γίνει. Μην θέλεις να του βάλεις ταμπέλα και μην εκβιάζεις τα
πράγματα. Η πνευματικότητα θα πρέπει να εξαφανίζει το "εγώ" του, αφού
στόχος του είναι να προσφέρει στην συλλογικότητα. Να προσφέρει αυτό το
κάτι παραπάνω, αν μπορεί, στην κοινωνία, στην ανθρωπότητα είτε ως
γιατρός, είτε ως δάσκαλος, είτε ως νομικός, είτε ως καλλιτέχνης…
Ποιος είναι ο σωστός πνευματικός άνθρωπος; Αυτός που κάνει αυτό που
πιστεύει και δεν το κάνει για να το εμπορευθεί ούτε το εκπορνεύει.

Θα χαρακτηρίζατε την εποχή μας ως εποχή πνευματικής αναζήτησης;

Μοιραία είναι. Βέβαια, κοιτάξτε ερχόμαστε πάλι σε αντιφάσεις.
Υπάρχουν τόσα ερευνητικά κέντρα στον κόσμο σήμερα, είτε αφορούν στα
μαθηματικά, είτε αφορούν στις διαστημικές επιχειρήσεις, είτε αφορούν
την ιατρική. Έρευνα για το ένα, έρευνα για το άλλο… Ζούμε σε μια
εποχή έρευνας, έρευνας, έρευνας. Σε όλους τους τομείς. Για έναν
καλύτερο κόσμο. Το θέμα είναι τί χρήση κάνουμε όλης αυτής της έρευνας.
Πάμε για το καλό του ανθρώπου ή πάμε για την εκμετάλλευσή του;

Αν μπορούσατε να συγκεντρώσετε το μήνυμα ολόκληρου του έργου σας σε δύο αράδες, ποιο θα ήταν αυτό;

Εχω γράψει περί τα σαράντα έργα, επιχειρώντας να γράψω το ένα.
Τι εννοώ; Οτι όλα μαζί συνδέονται! Ενα πράγμα αναζητάω σε όλα τα έργα.
Μιαν αλήθεια πιο γενική, πιο ουσιαστική… Εναν πυρήνα… Δεν μπορεί να
απαντήσει κανείς με δυο αράδες σε αυτή την ερώτηση. Υπάρχει ένα έργο
που έγραψα το 1952 και σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, γράφοντας το 2000
ένα άλλο, διαπίστωσα ότι ουσιαστικά ξαναέγραφα το ίδιο έργο! Μόνον εγώ
ξέρω πόσο μοιάζουν!

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο πυρήνας;

Είμαι ανθρωποκεντρικός συγγραφέας, κυρία Αγιοπετρίτου. Αυτά τα
σαράντα έργα μου προσπαθούν να φανερώσουν μια κοινωνία. Να την
αποκαλύψουν. Είναι η κοινωνία που απασχολεί πρώτα εμένα τον ίδιο. Ο
άνθρωπος για τον άνθρωπο… Δεν είναι τα προβλήματα των άλλων που
περιγράφω. Είναι τα δικά μου προβλήματα. Τα δικά μου βιώματα. Οι δικές
μου ανησυχίες, οι δικές μου αναζητήσεις. Σαν μέρος της συλλογικής
μοίρας…

Πέστε μας, πώς βλέπετε την φιλανθρωπία στις μέρες μας;

Δεν θα έπρεπε να υπάρχει ανάγκη, να υπάρχει. Τι θα πει είμαι
φιλάνθρωπος; Είναι από τα παράλογα πράγματα. Είναι δυνατόν να μην είμαι
φιλάνθρωπος; Να μην νοιάζομαι δηλαδή για τον συνάνθρωπό μου; Κάνουμε
θέμα τα αυτονόητα. Ομως αφού είναι έτσι, όπως είναι, τα πράγματα στις
μέρες μας, ευτυχώς που υπάρχουν κάποιες φιλανθρωπικές κινήσεις, αυτές
που γίνονται σωστά και όχι για το θεαθήναι και βοηθούν αυτούς που
πάσχουν. Και βέβαια πρέπει να παραδεχθώ ότι εγώ γνώρισα την πραγματική
φιλανθρωπία και την αλληλεγγύη που αναπτύσσεται ανάμεσα στους
ανθρώπους, μέσα στον πιο απάνθρωπο χώρο, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης…
Σε καταστάσεις ακραίες που ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια. Εκεί που η κάθε
μέρα μπορεί να είναι η τελευταία… Εκεί που η ζωή έχει τεράστια αξία
και καταλαβαίνεις πόσο πολύτιμη είναι… Εκεί βίωσα ως το μεδούλι την
κόλαση και το μεγαλείο συγχρόνως της ανθρώπινης ψυχής… Και ευχαριστώ
τον Θεό γι’ αυτό…

…………………………………………..

Ο
χρόνος μας είχε τελειώσει προ πολλού. Τηλέφωνα χτυπούσαν, τα επόμενα
ραντεβού περίμεναν… Τον ευχαρίστησα και έφυγα. Συγκλονισμένη…

Δέκα μέρες αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο: "Συγχαρητήρια, κυρία
Αγιοπετρίτου για την συνέντευξή σας στους "Οδοδείκτες" με τον κύριο
Πάνο Λιγομενίδη!"…

Ηταν η μεγαλύτερη ικανοποίηση που θα μπορούσα να δεχθώ, από τον πιο ειδικό, για την δουλειά και το περιοδικό μας…

Κύριε Καμπανέλλη, σας ευχαριστούμε!

Συνεντεύξεις