Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάγια Τσόκλη


H Μάγια Τσόκλη ζει και δουλεύει δίπλα στον σκηνοθέτη Χρόνη Πεχλιβανίδη.
Μοιράζονται τον χρόνο, τα ενδιαφέροντα, τις φιλοδοξίες τους. Ταξιδεύουν
πολύ, όχι μόνο για τις απαιτήσεις των γυρισμάτων της εξαιρετικά
επιτυχημένης σειράς των ντοκιμαντέρ «Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα» της ΝΕΤ,
αλλά γιατί αυτός είναι ο τρόπος της ζωής τους. Ζούνε ανακαλύπτοντας
καινούριους τόπους, διαφορετικούς ανθρώπους, προετοιμάζοντας νέα
ταξίδια. Περπατάνε πολύ, οδηγούνε πολύ, φωτογραφίζουν πολύ, παρατηρούν
πολύ και καταγράφουν…

Το ραντεβού μας ήταν στο Θησείο, στο σπίτι της. Το διώροφο
νεοκλασικό σπίτι της Αθήνας των αρχών του προηγούμενου αιώνα έχει όλα
τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του στυλ του. Η πόρτα, τα παράθυρα, τα
κεραμίδια… Το ίδιο και μέσα, στην εσωτερική κλειστή αυλή του, από
όπου με την ελικοειδή σκάλα ανεβαίνουμε στον πρώτον όροφο. Εκεί ακριβώς
συναντάμε την έκπληξη. Απόλυτα θηλυκή και τρυφερή, νεανική και μίνιμαλ,
η ατμόσφαιρα του εσωτερικού χώρου ταυτίζεται με την προσωπικότητα της
ιδιοκτήτριας.

Αφαίρεση και καλό γούστο. Λίγα και ακριβά έπιπλα. Κυρίως των
μοντέρνων του 20ου αιώνα. Έντεχνα σχεδιασμένα με καθημερινά απλά
κομμάτια. Όλα υπηρετούν την αισθητική της λιτής κομψότητας και την
σύγχρονη άνεση. Και ύστερα συλλογές. Συναισθηματική ή καλλιτεχνική
αδεία. Και βεβαίως οι πίνακες του Κώστα Τσόκλη, του πατέρα της, που
δεσπόζουν παντού.

Με ρωτάει αν προτιμώ καφέ ή τσάι, αλλά εγώ έχω αφεθεί στα
χάδια και στα παιχνίδια της Βελέντζας. Η μικρή ζωηρή σκυλίτσα μου
εκφράζει με κάθε τρόπο την χαρά της που βρίσκομαι εκεί. Δίπλα, ο
Αρθούρος αναπαύεται μακαρίως πάνω στο χαλί του, ενώ η τρίτη της παρέας,
η Νάνα βρίσκεται στον κτηνίατρο λόγω μιας μικρής αδιαθεσίας. (δυστυχώς
η Νάνα πέθανε!)

Από μικρή είχα μια μεγάλη αδυναμία στα ζώα (προλαβαίνει την
πρώτη μου ερώτηση), στα σκυλιά κυρίως και επειδή ήμουνα μοναχοπαίδι
φαίνεται είχα ανάγκη να δώσω διέξοδο στην τρυφερότητά μου και το
ενδιαφέρον μου για άλλα πλάσματα. Όταν, λοιπόν, έμεινα μόνη μου είχα
πάντα σκυλιά και μάλιστα ψιλοπροβληματικά, που είχαν ανάγκη από
ιδιαίτερη φροντίδα, όπως ας πούμε οι μολοσσοί…


Τι «παίρνεις» εσύ από τα ζώα;

Την αγάπη τους,
την αφοσίωσή τους χωρίς όρους, την ευγνωμοσύνη τους για ό,τι τους
προσφέρεις… Ξέρεις, μικρή ήθελα να γίνω κτηνίατρος. Θυμάσαι, στην
τηλεόραση υπήρχε ένα σήριαλ που λεγόταν «Ντακτάρι». Ήταν, λοιπόν, ένας
κτηνίατρος στην Αφρική, πάνω σ΄ένα τζιπ και έκανε καλά τα άγρια ζώα.
Κάπως έτσι με φανταζόμουνα και εμένα…


Το ένα μέρος του ονείρου πραγματοποιήθηκε, να είσαι πάνω σε ένα τζιπ…

Ναι, από τζιπ καλύφθηκα! Όσο για άγρια ζώα, στην Ελλάδα φτάνουμε μέχρι την καφέ αρκούδα, … δεν είναι και άσκημα.


Είχες ξεκινήσει σπουδές ιατρικής στη Γαλλία;

Ναι,
παρ’ ότι, όπως σου είπα, ήθελα να γίνω κτηνίατρος. Είχαμε, όμως μια
οικογενειακή φίλη γιατρό, η οποία -εκεί γύρω στα 16- με πήρε ένα ταξίδι
μαζί της στην Νέα Υόρκη. Ήταν αναισθησιολόγος στο νοσοκομείο St
Vincent’s και κάθε πρωί πήγαινα μαζί της στα χειρουργεία. Λέγε, λέγε,
με έπεισε ότι η ιατρική ήταν πολύ χρησιμότερη από αυτό που ήθελα να
κάνω, και βρέθηκα λίγο αργότερα στο Παρίσι να την σπουδάζω. Μέγα λάθος!
Και οι γνώσεις μου από το σχολείο -είχα τελειώσει οικονομικό κλάδο- δεν
με βοηθούσαν, και «θετική» λογική δεν είχα ιδιαιτέρως, και πόσο να
μελετήσεις βρε παιδί μου; Πρέπει να σου πω, όμως, ότι όλα εδώ
πληρώνονται! Όσο δεν μελέτησα σε όλη μου τη ζωή, το κάνω τώρα με την
εκπομπή. Το τι διάβασμα έχω ρίξει, δεν λέγεται!!! Τώρα τα πληρώνω όλα!
(γελάει).


Και πώς κατάφερες να ξεμπλέξεις;

Από την
ιατρική; Νομίζω ότι με απελευθέρωσε ο πατέρας μου. Είχε έρθει στο σπίτι
που έμενα, όπου υπήρχαν βουνά τα περιοδικά μόδας και μου είπε «παιδί
μου, γιατί ταλαιπωρείσαι; Αφού αυτό που σε ενδιαφέρει είναι άλλο…».
Έτσι ασχολήθηκα με τη μόδα. Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.


Τι σε έκανε να στραφείς προς τη μόδα;

Προφανώς
τα καλλιτεχνικά βιώματα που είχα από παιδί, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.
Είχα, πάντα μια ευκολία σε ό,τι αφορούσε την αισθητική. Μου είναι
εύκολο να φτιάξω έναν ωραίο χώρο. Μου βγαίνει απλά και φυσικά και γι’
αυτό τα σπίτια μέσα στα οποία ζούσα είχαν κατά γενική ομολογία
χαρακτήρα. Έτσι και τα ρούχα, λοιπόν, που έκανα: είχαν κι αυτά την
επιτυχία τους. Υπάρχει φαίνεται μια φυσική ικανότητα σε ότι αφορά
θέματα αισθητικής …
Παράλληλα υπήρχε και κάτι άλλο, όσο αστείο κι αν ακούγεται σήμερα. Η
ανάγκη μου να γίνω και εγώ γνωστή, ως παιδί διάσημου ανθρώπου. Είναι
περίεργο, αλλά το θεωρούσα ως δεδομένο ότι έπρεπε να συμβεί έτσι, σαν
να ήταν κάτι φυσικό… Οπότε η μόδα μου κάλυπτε όλα αυτά. Είχε το
γκλάμουρ και την ατμόσφαιρα που τότε μου πήγαινε και αναζητούσα.


Τα ρούχα σου είχαν μια ιδιαίτερη αισθητική, δεν ακολούθησες ποτέ τις τάσεις που επέβαλε η εποχή.

Δεν
με ενδιέφεραν ποτέ οι τάσεις. Τις απέφευγα όσο μπορούσα. Με ενδιέφεραν
τα ρούχα τα ίδια και η ματιά μου ήταν σκηνοθετική. Η εικόνα που πάντα
με ενέπνεε ήταν αυτή τον παπάδων στα νησιά μας. Αυτά τα μαύρα ράσα στο
λευκό του ασβέστη… Τα ρούχα μου λοιπόν τα έβλεπα πάντα ενταγμένα στο
περιβάλλον, το οποίο κατά κανόνα ήταν κυκλαδίτικο με τον απαραίτητο
αέρα για να τα κινεί και τον ανελέητο ήλιο για τις διαφάνειες και τις
σκιάσεις…


Και τα χρώματά τους ήταν το λευκό, της άμμου και το μαύρο… (αυτά είναι και τα χρώματα του σπιτιού μου)

Ζω
με το φως της Μεσογείου. Το φως δημιουργεί το «δράμα», τις έντονες
σκιές. Ζω όμως και με τον αέρα του Αιγαίου: Επεδίωκα έτσι και την
κίνηση. Η κίνηση είναι γοητεία. Φανταζόμουν τα ρούχα να αφήνουν πίσω
τους την ανάμνηση της γυναίκας που τα φορούσε.


Πότε αποφάσισες να σταματήσεις να ασχολείσαι πια επαγγελματικά με τον σχεδιασμό ρούχων;

Έκανα
αυτή την δουλειά περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ύστερα μου δόθηκε ευκαιρία
να ασχοληθώ με κάτι άλλο (την τηλεόραση). Συγχρόνως συνειδητοποίησα ότι
στα ρούχα ό,τι είχα να πω, το είπα. Μετά θα ξεκινούσε η επανάληψη. Τα
ενδιαφέροντά μου με την ηλικία άλλαζαν και ένιωσα ότι ασχολιόμουν απλώς
με ένα αντικείμενο πολυτελείας την στιγμή που συνέβαιναν τόσο
σημαντικότερα πράγματα γύρω μου. Σαν να ήταν κάτι ανόητο αυτό που
έκανα. Δηλαδή, ποιος νοιάζεται για το μήκος της φούστας, όταν ένα παιδί
πεθαίνει από την πείνα; Εδώ καράβια χάνονται… Έτσι, σιγά-σιγά το
ενδιαφέρον μου για τα ρούχα εξατμίστηκε. Όμως, σ’ αυτό συνέβαλε και
κάτι άλλο: ποτέ δεν εντάχτηκα πραγματικά στον χώρο της μόδας. Οι φίλοι
μου ήταν μετρημένοι, θα ‘λεγα ότι ήμουν πάντα λίγο εκτός…


Πώς έκανες την αλλαγή;

Βοήθησε η τύχη. Με
καλούσαν συχνά στην τηλεοπτική εκπομπή «Συν και Πλην για να παρουσιάσω
τα ρούχα μου και εκεί διαπίστωσαν ότι είχα κάποια άνεση μπροστά στο
φακό. Γίναμε φίλοι με τους παρουσιαστές και την αρχισυντάκτρια και μου
πρότειναν να συνεργαστώ. Στην αρχή έκανα πορτραίτα ανθρώπων που είχαν
σχέση με τον χώρο μου. Καλλιτέχνες, ανθρώπους της μόδας, αρχιτέκτονες
κλπ. Κάποια στιγμή γνωρίστηκα με τον Χρόνη Πεχλιβανίδη -σημερινό σύζυγό
μου και σκηνοθέτη του «Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα»- και κάθε φορά που
φεύγαμε Σαββατοκύριακο παίρναμε και την κάμερα για να αποτυπώσουμε, αν
θες, την εκδρομή μας. Αρχίσαμε να δείχνουμε αυτά τα, ουσιαστικά, home
video στο Συν και Πλην και άρεσαν. Ήταν και η κατάλληλη εποχή,
προφανώς. (Γιατί, αυτό το πιστεύω, όλα τα πράγματα στην ζωή αυτή είναι
θέμα timing, να γίνουν την σωστή στιγμή.) Κάναμε μια πρόταση στην ΝΕΤ,
την πιστέψανε και την δεχτήκανε έτσι απλά και φυσικά. Αξιοκρατικά,
χωρίς μέσα και πολιτικές ίντριγκες! Πολλές φορές στεναχωριέμαι για
κάποιους ανθρώπους που δουλεύουν στην ΕΡΤ. Εντάξει, υπάρχουν τα
πολιτικά παιχνίδια, υπάρχουν όμως και άνθρωποι που δουλεύουν σκληρά
ώρες ατελείωτες, με πάθος και πείσμα. Και παράγουν έργο σημαντικό, και
κανένας δεν τους θυμάται, δεν τους ξέρει καν. Μαθαίνουμε μόνο τις
δολοπλοκίες και ξεχνάμε τα καλά και σωστά πράγματα που γίνονται με
μεγάλο κόπο και δυσκολίες. Όλοι ακούμε και ξέρουμε για την κατάσταση
στο δημόσιο. Αναρωτηθήκαμε ποτέ πόση ευθύνη έχουμε προσωπικά για την
σημερινή κατάσταση; Για να πάρει κάποιος φακελάκι, κάποιος πρέπει να
του το δώσει… Μήπως προκαλούμε εμείς τις καταστάσεις;


Εννοείς, μήπως προκαλούμε ό,τι ακριβώς είμαστε;

Ακριβώς.
Και ξέρεις, πιστεύω πραγματικά αυτό που λέω, ότι αν αλλάξεις εσύ
αλλάζουν και όλα γύρω σου. Και προσπαθώ να το κάνω στην ζωή μου αυτό.
Αν χαμογελάσεις σε κάποιον, θα σου χαμογελάσει πίσω, είναι
αποδεδειγμένο. Νομίζω ότι η εκπομπή βοήθησε προς αυτή την κατεύθυνση,
και είναι το δώρο που μου έχει κάνει. Ίσως να έγινα τα τελευταία 4
χρόνια λίγο σοφότερη… Ίσως να είναι οι άνθρωποι που γνώρισα, ίσως οι
καταστάσεις που βίωσα…


Πότε ξεκίνησε αυτή η εκπομπή;

Το 1999 και
ξεκίνησε σαν μια ανάλαφρη ταξιδιωτική εκπομπή με πρότυπο το lonely
planet. Σκοπός μας τότε ήταν να παρουσιάσουμε τις άγνωστες γωνιές της
χώρας. Σιγά σιγα η εκπομπή άρχισε να αλλάζει και να μας μοιάζει. Το
ταξίδι έμεινε η αφορμή και ξεκινήσαμε να μιλάμε για πράγματα πιο
σημαντικά, για την ιστορία, για την διατήρηση των οικισμών, για τον
πολιτισμό, για ενδιαφέροντες ανθρώπους και προσπάθειες. Κάποια στιγμή
το «Ταξιδεύοντας…» έπαψε να είναι μια απλή εκπομπή και έγινε ένας
τρόπος ζωής, Πήραμε το θέμα προσωπικά, και με το σκεπτικό ότι μόνο αν
εκτιμήσουμε τη χώρα μας θα μπορέσουμε να την υποστηρίξουμε συνεχίσαμε
τις προσπάθειές μας. Έχουμε συνείδηση της ευθύνης μας και θέλουμε να
πιστεύουμε ότι συμμετέχουμε κι εμείς σ’ αυτή την στιγμή των ραγδαίων
αλλαγών, στον περιορισμό των καταστροφών .


Έχετε ερευνήσει σε ποιο ηλικιακό γκρουπ βρίσκονται οι ακροατές σας;

Περιέργως
ανήκουν σ’ όλες τις ηλικίες και τα μορφωτικά επίπεδα. Οι νεότεροι
γουστάρουν την ταλαιπωρία, τα περπατήματα και το τζιπ, οι μεγαλύτεροι
συγκινούνται ανακαλύπτοντας πράγματα που δεν ήξεραν. Ύστερα, δεν
επιθυμούμε να κάνουμε μάθημα σε κανέναν. Τα ντοκιμαντέρ παλιά είχαν
πάντα την τάση να είναι αυστηρά εκπαιδευτικά. Δηλαδή, μετά έπρεπε να
πάρεις χαρτί και μολύβι και να γράψεις τι αποκόμισες. Αυτό σιγά-σιγά
αλλάζει και δημιουργείται μια σύγχρονη σχολή ντοκιμαντέρ, πιο άμεση,
πιο ζωντανή. Κρίνοντας από τον εαυτό μου, και δεν μιλάω για την κοινή
δουλειά που κάνουμε με τον Χρόνη- δεν έχω γνώσεις πανεπιστημιακές για
την ιστορία, τις διεθνείς σχέσεις κλπ. Σίγουρα δεν είμαι ο πιο
αμόρφωτος άνθρωπος στον κόσμο, δεν είμαι όμως και ο πιο μορφωμένος.
Είμαι ο μέσος όρος. Βλέπω, λοιπόν, ότι για να καταλάβω τα πράγματα
πρέπει να τα πάρω από την αρχή. Αυτό κάνουμε και στην εκπομπή: δεν
θεωρούμε καμία γνώση δεδομένη. Δεν προσβάλουμε αυτόν που δεν ξέρει.
Ευχαριστούμε τον ενημερωμένο που χαίρεται με την μνήμη του! Συμβαίνει
όμως και κάτι άλλο. Πιστεύω ότι έχουμε συνείδηση του ποιος είναι ο
θεατής μας. Βρίσκεται μπροστά στην οθόνη του, όμως έχει χίλια δυο άλλα
πράγματα στο μυαλό του. Κτυπάει το τηλέφωνο, πονάει το δόντι του, του
είπε ψέματα η γυναίκα του… Εμείς λοιπόν απλώς του δίνουμε το έναυσμα,
εξάλλου δεν νομίζω ότι το μέσο μπορεί να κάνει τίποτε παραπάνω. Στο
χέρι του είναι αν θέλει να εμβαθύνει. Αν η τηλεόραση είναι -ιδανικά-
ένα παράθυρο στον κόσμο, στο χέρι του θεατή είναι αν θα κοιτάξει την
θέα ή το κούφωμα.


Εσύ βλέπεις τηλεόραση;

Α, είμαι φοβερός
τηλεορασάκιας! Αν με αφήσεις μπορεί να βλέπω τηλεόραση εικοσιτέσσερις
ώρες το εικοσιτετράωρο! Ίσως αυτό ακριβώς, το ότι είμαι «επαγγελματίας»
θεατής να με βοήθησε στην εκπομπή, διότι ταυτίζομαι με τον άνθρωπο στον
καναπέ!


Ποιά είναι τα κριτήρια των επιλογών σας στο τι παρουσιάζετε;

Στην
αρχή το κριτήριο ήταν οι τόποι να είναι άγνωστοι, παρθένοι, να έχουν
διατηρήσει το κέλυφος τους. Φέτος περάσαμε και σε μέρη σαν την
Σαντορίνη και την Κρήτη που βρίσκονται στον αντίποδα: που είναι
υπερβολικά τουριστικοποιημένα. Εκεί οι ερωτήσεις είναι άλλες. Τα θέματα
είναι πιο δημοσιογραφικά, τα ερωτήματα έχουν κοινωνιολογικό χαρακτήρα.
Και φυσικά, βγήκαμε και εκτός συνόρων, εκεί όπου κάποτε κτύπησε η
καρδιά του ελληνικού πολιτισμού.

Βλέποντας πως η χώρα μας, χρόνια τώρα, πλασάρεται ως «…λίγο
κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου» θεωρήσαμε ότι αδικούσε τον εαυτό
της. Πρόκειται για έναν τόπο με μοναδική ποικιλία, και αυτό είναι το
μεγαλείο της. Η Ελλάδα αξίζει τον θαυμασμό μας, και όχι γιατί έχει μόνο
ωραίες παραλίες και μαυρισμένους κώλους σουηδέζων καλλονών! (συγνώμη
αλλά περί αυτού πρόκειται). Ένας, λοιπόν, σκοπός που προέκυψε στην
πορεία του «Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα» είναι να μοιραστούμε με όσους μας
βλέπουν, τους λόγους που μας κάνουνε και νιώθουμε περήφανοι για την
μικρή αυτή χώρα. Τελευταία είμαστε όλοι με κάτι καταρρακωμένα ηθικά,
σαν όλα πια να πηγαίνουν χάλια, σαν να είμαστε οι καταραμένοι του
πλανήτη. Σαν να έχει χαθεί κάθε ελπίδα να δούμε και εμείς μια άσπρη
μέρα. Τι βλασφημία! Δεν βλέπουμε τι γίνεται γύρω μας. Και δεν σου λέω
στο Πακιστάν ή την Ινδία ή το Μαλάουι της Αφρικής. Δεν βλέπουμε τι
γίνεται στην Αλβανία, την Βουλγαρία, την Ρουμανία που στο τσακ την
γλιτώσαμε να έχουμε την ίδια μοίρα με αυτούς. Εκεί ναι, ζούνε δύσκολα.
Στην Ελλάδα σήμερα δεν επιτρέπεται να γκρινιάζεις από το πρωί μέχρι το
βράδυ… Δηλαδή, χαμπάρι δεν έχουμε πάρει ότι, με όλα τα αρνητικά,
είμαστε από τους προνομιούχους αυτής της γης… Ακόμα και οι φτωχοί
αυτού του τόπου ζούνε καλύτερα από τους φτωχούς αλλού…Φτάνει πια η
γκρίνια, ας είμαστε και λίγο ευγνώμονες στην ζωή αυτή, τουλάχιστον θα
πάμε πιο ήρεμοι στην επόμενη!


Τι λοιπόν, έχετε ανακαλύψει σε αυτά τα απομακρυσμένα σημεία της Ελλάδας που επισκέπτεστε;

Κατ’
αρχήν ότι η Ελλάδα είναι πολύ περισσότερο από αυτό που πιστεύαμε και
που είχαμε φανταστεί. Είναι αυτό που σου έλεγα για την ποικιλία της.
Στην φύση, στους ανθρώπους, στα έθιμα, στον πολιτισμό, ακόμα και στην
ιστορία. Δηλαδή, μιλάμε για την επανάσταση του ’21 λες και είναι η
ιστορία όλης της Ελλάδας κι είναι αυτή της μισής, ούτε καν… Τι σχέση
έχει η ιστορία της Κρήτης με αυτή της Μακεδονίας, η ιστορία της
Κέρκυρας με αυτή της Θράκης. Καμία. Σαν να πρόκειται για άλλες χώρες.
Τι σχέση έχει το Παρθένο Δάσος της Δράμας με τα τοπία των Κυκλάδων. Τι
σχέση έχει η αρχιτεκτονική των μαστοροχωρίων της Κόνιτσας με τα
αρχοντικά της Σύμης… Η Ελλάδα έχει κάτι το ανεξάντλητο. Και η έννοια
του ανεξάντλητου σε μια τόσο μικρή χώρα αγγίζει το θαύμα Συγχρόνως, το
περίεργο είναι, ότι παρά το διαφορετικό παρελθόν, οι σημερινοί Έλληνες
μοιάζουν πολύ στα ελαττώματά τους.


Δηλαδή;

Δηλαδή, να σου πω την αλήθεια ο
σημερινός μέσος έλληνας είναι μάλλον απογοητευτικός. Δεν τον εκτιμώ
ιδιαίτερα. Πέρα από την γκρίνια, δεν παίρνει πρωτοβουλία για τίποτα,
όλα τα περιμένει από τους άλλους, δεν ευθύνεται για τίποτε, για όλα
φταίνε οι άλλοι. Δεν έχει καν κοινό νου. Ως πολίτης, έχει μόνο
απαιτήσεις, και καθόλου υποχρεώσεις. Του σημερινού έλληνα, όλοι του
χρωστάνε!


Από τα γεννοφάσκια του ενδεχομένως;

Από κάτι
που συνέβη τα τελευταία τριάντα χρόνια, νομίζω. Μπορεί να είναι και στο
κύτταρό μας… Τι να σου πω…Τελευταία είχαμε δει στο Κάιρο ένα
οδοιπορικό ενός Γάλλου περιηγητή του 19ου αιώνα που μας έκανε μεγάλη
εντύπωση. Μας έκρινε πολύ αυστηρά. Έλεγε ότι είμαστε εξυπνάκηδες,
κοντόφθαλμοι, αλαζόνες, χωρίς ουσιαστική μόρφωση, ότι βασιζόμαστε σε
ένα παρελθόν για να φανούμε ανώτεροι από ό,τι πραγματικά είμαστε. Έλεγε
ότι ναι μεν γινόμαστε πολύ γρήγορα εγκάρδιοι φίλοι, αλλά ότι σύντομα
μπορούμε να γίνουμε και θανάσιμοι εχθροί… Βλέπεις ότι μερικά από αυτά
τα στοιχεία κάτι σου θυμίζουν. Είμαστε κοντόφθαλμοι. Όλοι. Από τον
μανάβη μέχρι τον υπουργό. Τα θέλουμε όλα έτοιμα τώρα, χωρίς προσπάθεια
η δυνατόν. Αυτό είναι κάτι τραγικό. Μας νοιάζει μόνον το προσωπικό
συμφέρον και όχι το κοινό καλό. Από την Αθήνα -όταν γίνονται οι
απεργίες και παρακαλούν τον κόσμο να μην πετάξει τα σκουπίδια στον
δρόμο και οι σακούλες εκσφενδονίζονται από τα μπαλκόνια, λες και δεν
είναι δικός τους ο δρόμος, λες και είναι ξένος- μέχρι την επαρχία που
τους λένε μην χτίζετε και αυτοί χτίζουν παράνομα στα ρέματα και στα
παλιά τους τα παπούτσια το κοινό καλό και το μέλλον των ίδιων τους των
παιδιών. Ίσως να ‘ναι στο κύτταρο. Μην ξεχνάς ότι το ‘χουμε και σε κάτι
παροιμίες. Το «κάλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει…» καλό
είναι; τι δείχνει; Σοφό άνθρωπο; Μπορεί να ψάξουμε και να βρούμε
δικαιολογίες στην ιστορία μας, όμως κι άλλοι λαοί υπέφεραν, δεν
υποφέραμε μόνον εμείς στην ζωή αυτή. Δηλαδή το ότι έχουν φαγωθεί πάρα
πολλά λεφτά από όλα αυτά τα ευρωπαϊκά προγράμματα με κάνει έξω φρενών.
Στην ύπαιθρο βλέπουμε αυτά τα περίφημα Leader, που δοθήκανε για να
τονωθεί η οικονομία της περιφέρειας, μα πρέπει να δεις τι έχουνε
κάνει… Είναι «μπίζνα» κανονική. Έχουνε γίνει εταιρίες οι οποίες
υπερτιμολογούν, τα κανονίζουνε, τα μαγειρεύουνε, παίρνουνε όλοι φράγκα
και το αποτέλεσμα είναι κάτι «παραδοσιακά» εξαμβλώματα…


Πού πάμε, λοιπόν;

Μόνον αν αλλάξουμε εμείς σαν
πολίτες θα μπορέσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Γιατί διαφορετικά ο μόνος
τρόπος είναι η αστυνόμευση. Μόνο η αστυνόμευση θα μπορέσει να μας σώσει
από τους εαυτούς μας. Είναι εφικτό αυτό; Δεν είναι. Γι’ αυτό πιστεύω
ότι χρειαζόμαστε εκπαίδευση. Παρεμπιπτόντως κάτι που πιστεύω ότι λείπει
από την τηλεόραση είναι τα κοινωνικά μηνύματα, δοσμένα όμως με
χαριτωμένο τρόπο, όπως ήταν εκείνη η καμπάνια για την «Φιλική δήλωση
ατυχήματος». Μου ΄λεγες πριν για τα κατοικίδια. Εντάξει, αγαπάμε τα
ζώα. Όμως όταν βγάζω τα δικά μου βόλτα στην Αθήνα έχω και τη σακουλίτσα
μου μαζί για να κρατάω την πόλη καθαρή. Γιατί πέρα από την βρώμα, αν τα
πατήσεις θα με βρίσεις και εμένα και τον σκύλο μου μαζί και αύριο αν
είσαι και κακόβουλη θα του βάλεις και φόλα. Για να με σεβαστείς, πρέπει
να σε σεβαστώ και εγώ.


Είναι θέμα εκπαίδευσης δηλαδή…

Εκπαίδευσης
και ευαισθητοποίησης. Αν είχαμε κρατήσει ως λαός το περίφημο
φιλότιμο… Δεν το έχει αξιοποιήσει σωστά καμιά κυβέρνηση, κανένας
φορέας. Είναι μια δύναμη που πετάγεται στα σκουπίδια…. Και θα
μπορούσε να μας σώσει, πιστεύω.


Δεν νομίζεις όμως ότι το κακό ξεκινάει από την αγωγή που παίρνει καθένας από το σπίτι του, την οικογένειά του;

Βέβαια,
αλλά αυτό προϋποθέτει να υπάρχει αγωγή στο σπίτι του… που δεν είναι
πάντα η περίπτωση. Χωρίς να σημαίνει ότι φταίει κάποιος γι αυτό. Εγώ
θεωρώ πάρα πολύ υπεύθυνη, για την σημερινή κατάσταση την τηλεόραση αλλά
και τον τύπο, τα περιοδικά και όλα αυτά. Ανέπτυξαν αυτόν τον χαρακτήρα
του μάγκα του Έλληνα, του ουσιαστικά αμόρφωτου με τα φράγκα, τα
αυτοκίνητα, τα πούρα και τις ξανθές. Μας έμαθαν ότι το να βγαίνεις να
βρίζεις και να προσβάλλεις τον άλλον είναι ένας τρόπος συμπεριφοράς
αποδεκτός που δεν έχει και συνέπειες… Μας έδωσαν το πράσινο φως να
ανοίγουμε το στόμα μας και να λέμε ό,τι μας καπνίσει. Δηλαδή όταν
βγαίνει ο μαθητής και βρίζει τον υπουργό, αυτομάτως ό,τι έχει να κάνει
με αξιοκρατία, καταρρέει. Δεν σου λέω ότι δεν πρέπει να ζητήσεις τον
λόγο από έναν υπουργό… αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο. Εχθές έβλεπα μια
συνέντευξη του Μπλαιρ στο BBC. Υπήρχε δημοσιογράφος και κοινό που έκανε
ερωτήσεις. Απλοί άνθρωποι. Οι ερωτήσεις τους ήταν σκληρές, επιθετικές
και σοβαρές, ερωτήσεις πολιτών προς τον πρωθυπουργό της χώρας τους.
Ζήλεψα το επίπεδό τους. Αντίθετα εδώ, κοίτα τώρα τι συμβαίνει ακόμη και
με τους οικονομικούς μας μετανάστες. Άκουσέ τους πώς μιλούν στον δρόμο,
πώς κρίνουν τους πολιτικούς μας άντρες, πόσο ανάγωγοι δείχνουν. Εμείς
ευθυνόμαστε γι’ αυτό. Εμείς και η τηλεόρασή μας που τους διδάξαμε, και
με παραδειγματική επιτυχία!


Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σε όλα τα μέρη της Ελλάδας;

Παντού.
Υπάρχουν όμως και φωτεινές εξαιρέσεις. Υπάρχουν άνθρωποι διαφορετικοί,
οι οποίοι ευτυχώς πολλαπλασιάζονται και αυτό μας δίνει τη δύναμη να
συνεχίσουμε. Υπάρχουν τοπικές κινήσεις, όλα τα μέρη έχουν συλλόγους
πολιτιστικούς, ανθρώπους μορφωμένους, με ιδανικά και οράματα, που
δουλεύουν για το κοινό συμφέρον. Κάποιοι μπήκαν σε δημοτικά συμβούλια,
και αυτοί θα κάνουν στο μέλλον την διαφορά. Πολλοί έζησαν κάποια χρόνια
μακριά από τον τόπο τους και επέστρεψαν. Είναι πολύ σημαντική αυτή η
επιστροφή. Αν δεν φύγεις από τον τόπο σου, δεν μπορείς να αποκτήσεις
γι’ αυτόν ένα καθαρό βλέμμα. Το ίδιο ισχύει και για μένα. Γεννήθηκα
έξω, σπούδασα σε ξένα σχολεία, έζησα χρόνια στο εξωτερικό. Απέκτησα μια
σφαιρική εικόνα του κόσμου χωρίς να χάσω την αγάπη μου για την Ελλάδα.
Απελευθερώθηκα όμως και η κρίση μου είναι πιο αντικειμενική.


Και όλη αυτή η διάθεση να βοηθήσεις αυτόν τον τόπο…

Δικαιολογεί
την ύπαρξή μου, όλη αυτή η ιστορία. Έχω την ψευδαίσθηση ότι είμαι
χρήσιμη. Με ικανοποιεί το γεγονός ότι έχω την δυνατότητα να πάρω έναν
υπουργό τηλέφωνο και να του πω «συμβαίνει αυτό, προσπαθήστε να κάνετε
κάτι» … Όταν γυρίσαμε από την Ανάφη, ζήτησα από τον Υπουργό Αιγαίου,
τον κύριο Νίκο Σηφουνάκη να με δει, και του είπα «γκρεμίζονται
αγροτόσπιτα, ανοίγονται ιδιωτικοί δρόμοι…», του έδωσα φωτογραφίες…
δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά, είναι νωρίς ακόμα, πάντως ενδιαφέρθηκε…
Και είχα και την συνείδησή μου ήσυχη. Είναι τόσο χαλασμένα τα πράγματα
στην επαρχία, είναι τόσο αδύναμοι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, που είναι
εξαιρετικά δύσκολο να διορθωθούν τα πράγματα από την μια μέρα στην
άλλη. Όταν ο ίδιος ο Δήμαρχος του τόπου έχει τριώροφο σε παραδοσιακό
οικισμό(!), ποιος θα ελέγξει, τι;
Ο χωροφύλακας, που και αυτός έχει κάνει χειρότερα;


Είναι σάπιο όλο το σύστημα…

Έχουμε μεγάλο
πρόβλημα. Υπάρχουν οι νόμοι, αλλά κανείς δεν τους εφαρμόζει και κανείς
δεν ελέγχει. Ο έλεγχος είναι το δύσκολο. Δεν υπάρχουν άνθρωποι να
βασιστείς…


Υπάρχει κάποιο περιστατικό που…

Να σου πω
ένα αρνητικό και ένα θετικό. Το αρνητικό ήταν στο χωριό Καλαρύτες της
Ηπείρου. Από τα ομορφότερα της Ελλάδας. Πριν δυο-τρία χρόνια είχαμε
πάει για γύρισμα. Ήταν καλοκαίρι, είχαν έρθει ντόπιοι, αυτοί που ζούνε
στις πόλεις τον χειμώνα και το χωριό ήταν πολύ βρώμικο, από τα δικά
τους τα σκουπίδια. Χαρτιά από σοκολάτες, πατατάκια κλπ. Ήταν αρκετός
κόσμος μαζεμένος στη πλατεία και είπα στους γονείς να ενεργοποιήσουν τα
παιδιά να βοηθήσουν, να το δούμε όλοι μαζί σαν ένα παιχνίδι και να
μαζέψουμε τα σκουπίδια. Δεν έκαναν τίποτα, σε πληροφορώ! Βρήκα, λοιπόν
μια παρέα νέων 15 – 16 χρονών και απευθύνθηκα σε αυτούς για να μας
βοηθήσουν να καθαρίσουμε και μου απάντησαν «τι είμαστε εμείς, Αλβανοί;»
Αυτό τα λέει όλα. Δείχνει πως έχουμε γίνει. Δεν καθαρίζουμε τον τόπο
μας, γιατί αυτή είναι δουλειά των Αλβανών, οι οποίοι προφανώς θα
αρχίσουν να τον πονάνε περισσότερο από μας, μια και τον καθαρίζουν…
Μιλάω σοβαρά και με όλη τη συμπάθεια που έχω στους Αλβανούς, γιατί
έχοντας πρόσφατα πάει στην Αλβανία, έχω δει με τα μάτια μου πόσο
δύσκολα ζούνε. Δηλαδή, δεν μπορείς να έχεις απαιτήσεις από έναν άνθρωπο
ο οποίος πραγματικά πεινάει! Λυπάμαι που κανείς δεν μας πληροφορεί και
που η τηλεόραση δεν μας δείχνει από πού έρχονται αυτοί οι άνθρωποι για
να μπορέσουμε λίγο να τους συμπονέσουμε, να τους φερθούμε
διαφορετικά… Και κατ’ επέκταση να μας φερθούν και εκείνοι -ίσως- με
μεγαλύτερο σεβασμό.


Πώς επισκεφθήκατε την Αλβανία;

Πέρυσι, κάναμε
ένα επεισόδιο για τον Γράμμο, από την ελληνική και την αλβανική πλευρά.
Πήγαμε στην Κορυτσά κα σε κάποια ελληνόφωνα χωριά. Και φέτος
ξαναπήγαμε, στο Δυρράχιο αυτή την φορά, με την ευκαιρία του οικολογικού
συμποσίου που οργάνωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην
Αδριατική. Πραγματικά βλέπεις ότι οι άνθρωποι ζούνε πολύ δύσκολα. Καμία
σχέση με το πώς ζούμε εμείς… Η κυρία που μας βοηθάει στο σπίτι είναι
από την Αλβανία, την Πρεμετή. Όταν ήλθε εδώ, δεν ήξερε καλά-καλά που
μπαίνει το κλειδί! Πρέπει να έχουμε επίγνωση του πράγματος. Πόσα
μπορείς να περιμένεις ξαφνικά από κάποιον που μέχρι τα 45 του δεν ήξερε
τι θα πει κλειδί;
Να σου πω τώρα την θετική ιστορία. Συνήθως τα θετικά, τα συγκινητικά τα
ζεις με μεγάλους ανθρώπους. Θυμάμαι ήμασταν στα Μαστοροχώρια της
Κόνιτσας, επάνω στην Δροσοπηγή. Δεν ξέρεις τι έχουν τραβήξει αυτοί οι
άνθρωποι. Όλη την νεοελληνική ιστορία πάνω στους ώμους τους… Δύσκολες
ζωές, όχι αστεία. Με κρύα, πολέμους, με δύσκολη δουλειά, με πείνα, με
θανάτους, με παιδεμό. Συναντήσαμε εκεί μια γιαγιά που θα μου μείνει
αξέχαστη. Στο τέλος πια της ζωής της, αφού μου διηγήθηκε το δράμα της,
με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά ολοκλήρωσε: «Όλα καλά, παιδί μου, όλα
καλά»! Ε, αυτά είναι μαθήματα που σε κάνουν και βλέπεις όλη την ζωή
αλλιώς.


Πού την αποδίδεις αυτή την δύναμη της ψυχής;

Στον
ψυχρό ρεαλισμό. Η γιαγιά μου, μου είχε πει ένα καταπληκτικό πράγμα το
οποίο δεν έχω ξεχάσει ποτέ. Είχε επτά παιδιά η μητέρα του πατέρα μου
και έναν άνδρα που γενικώς τριγυρνούσε -δεν το θυμόταν αυτό η γιαγιά
βέβαια, και από την στιγμή μάλιστα που πέθανε ο παππούς ήταν ο άγιος,
άσχετο αν την είχε ταλαιπωρήσει μια ζωή. Ήταν μια απλή μικροκαμωμένη
γυναίκα, μοδιστρούλα, αγωνιζόταν μια ζωή. Όταν άρχισε να γερνάει της
πέθαναν και ο άντρας της και τρία από τα παιδιά της. Εκεί στα τελευταία
της, στα 85 κάτι, της είχα πει θυμάμαι κάπως αφελώς: «βρε γιαγιά, τι
έχεις τραβήξει και συ!» και μου απάντησε στωικά και ήρεμα κάτι που με
χάραξε: «παιδί μου, να εύχεσαι να μην πάθεις ποτέ, όσα μπορείς να
αντέξεις!». Ήμουνα μικρή όταν μου το ΄πε, αλλά δεν το έχω ξεχάσει ούτε
μια στιγμή. Γιατί φαίνεται ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει τα πάντα…
Σήμερα, έχουμε γίνει πάρα πολύ μυγιάγγιχτοι, πια, με το παραμικρό.
Εμείς οι πολιτισμένοι έχουμε χάσει την επαφή με τον θάνατο κι έτσι δεν
μπορούμε να εκτιμήσουμε τη σημασία της ύπαρξής μας. Ξέρεις, αυτό το
συνάντησα, έτσι απλά, μπροστά μου στην Ανατολή. Αν πας σε χώρες
πάμφτωχες, όπου οι άνθρωποι ζούνε μέσα στο χώμα στην κυριολεξία, θα
δεις ότι όλοι έχουν μια σοφία που την έχουμε χάσει τελείως εμείς, ούτε
καν μπορούμε να φανταστούμε περί τίνος πρόκειται… Μακάρι να κατάφερνε
η τηλεόραση να μεταφέρει αυτήν την πραγματικότητα στα όμορφα σπίτια
μας, που θερμαίνονται, που έχουν όλα τα καλά, για να συνειδητοποιούμε
ότι αυτό που ζούμε είναι επίτευγμα αλλά και δώρο, που πρέπει να
εκτιμούμε πολύ και να το χρησιμοποιούμε σαν αφετηρία για βελτίωση.


Ποιες χώρες έχεις επισκεφθεί στην Ανατολή;

Έχουμε
επισκεφτεί με τον Χρόνη, και όχι πάντα για επαγγελματικούς λόγους, όλη
την Τουρκία, την Αίγυπτο, το Ιράκ, την Ιορδανία, το Πακιστάν, το
Θιβέτ…


Τι έχεις να μας πεις για το Θιβέτ;

Ήταν μια
μοναδική εμπειρία. Κατ’ αρχάς η σωματική εξάντληση. Κανονική δοκιμασία.
Φύγαμε από την Κατμαντού του Νεπάλ πέντε άνθρωποι σε ένα τζιπ: ο
Χρόνης, ένας φίλος μας και εγώ, και μαζί ένας Αμερικανός μαραθωνοδρόμος
και ένας Ιταλός δάσκαλος. Ανεβήκαμε στα 5.500 μέτρα. Ο οργανισμός
ξέρεις αντιδρά στο υψόμετρο…


Πώς;

Με τρομερούς πονοκεφάλους, με ταχυπαλμίες, με δύσπνοιες, με δυσφορία…


Ήταν μόνο η σωματική εμπειρία;

Όχι. Βρίσκεσαι
σε ένα τοπίο, ψηλά στα βουνά, τέρμα Θεού που λένε. Έχει άλλο φως, άλλον
αέρα. Άλλους ανθρώπους, άλλους κώδικες. Βλέπεις έναν παράλληλο κόσμο,
τόσο διαφορετικό από τον δικό σου, όμως εξίσου αληθινό! Και αυτό σε
συνταράζει. Δηλαδή είναι φοβερό ότι σήμερα μπορώ να πίνω καφέ στο
Κολωνάκι και να έχω εικόνα του τι κάνει ένας Θιβετιανός εκεί πάνω στο
χωριό του.


Τι κάνει δηλαδή;

Επιβιώνει, μεταξύ ουρανού και
γης, με μια ηρεμία καταπληκτική, με χαμόγελο, μοιρολατρία και άρα με
μία πρωτόγονη πίστη. Η φύση καθοδηγεί τα βήματά του, αυτή χαράζει τους
δρόμους της ζωής του. Η δύναμή της είναι τεράστια, και οι άνθρωποι δεν
μπορούν να της αντισταθούν. Αντέχουν όπως άντεχε η γιαγιά της
Δροσοπηγής, όπως άντεχε η δικιά μου… όπως ελπίζουμε να μη χρειαστεί
να αποδείξουμε ότι αντέχουμε κι εμείς…


Ίσως να έχουμε κοινά σημεία με αυτούς τους λαούς…

Ναι,
ξέρεις, μου το έλεγαν τα παιδιά από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα αυτό.
Φαίνεται πως εμείς οι Έλληνες μπορούμε να κατανοήσουμε πολύ καλύτερα
αυτούς τους λαούς, από ότι οι Γάλλοι, οι Άγγλοι κλπ. Είμαστε κάπως
συγγενείς…

Ίσως γιατί η βάση της φιλοσοφίας τους συμπίπτει με τα όσα
έχουν ειπωθεί από τους δικούς μας αρχαίους φιλοσόφους…Για να
επιστρέψουμε τώρα στο Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα, τι πραγματικά σου έχει
προσφέρει αυτή η εκπομπή;

Γνώσεις. Σεβασμό για κάποια πράγματα που θεωρούσα δεδομένα… Έσπασε
την γυάλα μέσα στην οποία ζούσα και με βοήθησε να εκτιμήσω αλλιώς την
φύση, τους ανθρώπους και τις επεμβάσεις τους.


Σου αρέσει η φύση;

Ναι μου αρέσει, αλλά με
μέτρο. Πάντα θα είμαι άνθρωπος της πόλης. Όταν γνώρισα τον Χρόνη
κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι πραγματικά φυσιολάτρης. Εκείνος αν δεν
έχει δουλειά το πρωί μπορεί να πάει στην Πάρνηθα για περπάτημα και να
επιστρέψει για να ξενυχτήσει στο μοντάζ… Βέβαια αυτό έχει να κάνει
και με το πώς μεγαλώνει κανείς. Ο Χρόνης είναι από τις Σέρρες, από
μικρός ήταν σε ορειβατικούς συλλόγους. Εγώ πάλι μεγάλωσα σε πόλεις,
κλεισμένη μέσα σε κτίρια. Την φύση την γνώρισα πραγματικά όταν πήγαμε
στην Τήνο. Εκεί ανακάλυψα, μεγάλη, τις εποχές… Εκεί τις βίωσα. Δηλαδή
τώρα ξέρω σε ποιο παρτέρι θα βγουν τα μπλε λουλουδάκια αν δε μου τα
φάνε οι αγελάδες… και έχω ραντεβού κάθε χρόνο μ’ αυτά…


Κάποτε μου είχες πει ότι το φως σε επηρεάζει πάρα πολύ και στην διάθεση και στην δουλειά σου…

Ναι,
έχω μια περίεργη σχέση με το φως. Επηρεάζει πολύ την διάθεσή μου και
την υγεία μου. Δεν ξέρω αν έχει σχέση το ότι έχω γεννηθεί καλοκαίρι,
αλλά θέλω να έχω φως γύρω μου και δη ήλιο. Με το που θα δύσει ο ήλιος
-έτσι και αλλιώς είμαι πρωινός τύπος, το βράδυ δεν λειτουργώ καθόλου-
χαλαρώνω και δεν είμαι πια πολύ δημιουργική.

Πόσο αισθάνεσαι να σε έχει επηρεάσει, στην δημιουργία της
προσωπικότητάς σου, το γεγονός ότι είσαι παιδί ενός διάσημου καλλιτέχνη;

Είναι σίγουρα τύχη να μεγαλώνεις με ανθρώπους που βλέπεις από μικρός
ότι -εκτός από σένα- και οι άλλοι τους θεωρούν σπουδαίους. Σίγουρα οι
γονείς μου αλλά και το περιβάλλον τους – άνθρωποι δημιουργικοί με
ανησυχίες και προβληματισμούς έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση του
χαρακτήρα μου. Έζησα μια πλούσια και ήρεμη παιδική ζωή, με πολλά
ταξίδια, έντονες εμπειρίες, γνώρισα ανθρώπους σημαντικούς και πολλές
εναλλαγές εικόνων και παραστάσεων…


Υπάρχει κάτι από την παιδική σου ηλικία, που κουβαλάς μέσα σου σαν κάτι πολύτιμο, είτε από τον πατέρα ή τη μητέρα;

Για
κάποιον περίεργο λόγο, είμαι ειλικρινής μέχρι υπερβολής. Και εκεί που
δεν χρειάζεται δηλαδή. Δεν διανοούμαι να πω ψέμα. Μέχρι σημείου να
γίνομαι αντιπαθής και να πληγώνω και ανθρώπους. Μεγάλωσα μέσα σε ένα
ελεύθερο περιβάλλον που ο καθένας σεβόταν την ελευθερία του άλλου και
όπου το ψέμα δεν χώραγε. Ήταν περιττό. Αυτό ήταν και λίγο καταπιεστικό
γιατί δεν είχα λόγο να κάνω την επανάστασή μου… (γελάμε).


Δηλαδή δεν έκανες ποτέ επανάσταση;

Νομίζω ότι
την έκανα, αλλά δεν έγινε βίαια και δεν έγινε νωρίς. Μου πήρε
περισσότερο χρόνο και ουσιαστικά έγινε με το που αισθάνθηκα εμπιστοσύνη
στον εαυτό μου και στις επαγγελματικές μου δραστηριότητες.


Σκέφτεσαι να επιστρέψεις πάλι στον τομέα της μόδας;

Καλό
είναι στην ζωή να μην αποκλείεις τίποτα. Αυτή την εποχή δεν τον
σκέφτομαι καθόλου. Είμαι απόλυτα ικανοποιημένη με αυτό που κάνω τώρα.
Αγαπώ πολύ αυτήν την εκπομπή και αισθάνομαι ότι, μέσα από αυτήν,
δικαιολογώ την ύπαρξή μου. Για όσο διαρκέσει. Βέβαια, δεν σου κρύβω ότι
θα ήθελα να κάνω και κάτι περισσότερο από μια εβδομαδιαία εκπομπή.


Όπως;

Πάλι ντοκιμαντέρ, αλλά θα επιθυμούσα να
είχα περισσότερο χρόνο να τα δουλέψω. Πιέζομαι χρονικά πολύ και νιώθω
ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μπορώ να βελτιωθώ άλλο. Ξέρεις, τα
ταξίδια χρειάζονται κάποιον χρόνο για να τα βιώσεις, να τα χωνέψεις για
να τα αποδώσεις καλύτερα. Ειδικά τώρα που έχουμε αρχίσει να πηγαίνουμε
και εκτός Ελλάδας ο χρόνος είναι πάρα πολύ περιορισμένος…

Από ό,τι ξέρω αυτή η εκπομπή είναι αποκλειστικά έργο των
δυο σας. Η έρευνα, το ρεπορτάζ, η κινηματογράφηση, τα κείμενα, το
σπηκάζ, η παραγωγή, τα πάντα…

Κοίταξε, αυτή η ιστορία είναι και για τους δυο μας έργο ζωής. Έχουμε
στόχους και τους παλεύουμε με πάθος. Πού να βρεις ανθρώπους που να
είναι και γι’ αυτούς έργο ζωής; Πώς να δουλέψεις με ανθρώπους χλιαρούς
που πάνε για το μεροκάματο; Βέβαια ακόμη ψάχνουμε τους ιδανικούς
συνεργάτες.


Η διαδικασία της εκπομπής είναι που σου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά ή το αποτέλεσμά της;

Το αποτέλεσμα.


Τι σημαίνει να έχεις κοινούς στόχους με τον σύντροφό σου;

Είναι
μια σχέση ιδανική, που επί πλέον έχει τη δυνατότητα να εξελίσσεται, ενώ
παράλληλα βοηθάει και εμάς να εξελισσόμαστε ο καθένας ξεχωριστά.


Ο Κώστας Τσόκλης τι λέει για όλα αυτά;

Λέει
πολύ ωραία πράγματα … Αυτή η εκπομπή αποτέλεσε μια αφορμή και μια
ευκαιρία να ξαναβρεθούμε με τον Τσόκλη και να ξαναγαπηθούμε. Είδε το
παιδί του με διαφορετικά μάτια. Είδε έναν ενήλικα που κινείται σε
διαφορετικό χώρο από τον δικό του, να εκφράζει και να υποστηρίζει τις
απόψεις του και αυτές οι απόψεις να τυγχάνουν ευρείας αποδοχής.


Τι θα συμβούλευες έναν ταξιδιώτη να έχει πάντα μαζί του;

Καλούς
οδηγούς, καλή παρέα, καλή οργάνωση έστω και στην ανοργανωσιά. Ένα
πλήρες φαρμακείο, και περισσότερα φιλμ απ’ οσα νομίζει ότι θα του
χρειαστούν! Ο ταξιδιώτης πρέπει να είναι ανοικτός στις προσλαμβάνουσες
και να μην πιστεύει ποτέ ότι είναι ανώτερος από αυτόν που έχει την
ευγένεια να τον φιλοξενήσει.


Τι σου έχει λείψει από τα ταξίδια σου;

Αυτό
που μου έχει λείψει είναι η χαρά του ταξιδιού. Γιατί πάμε με μια
κάμερα, μονίμως τρέχουμε και αγωνιούμε αν θα μας φτάσει ο χρόνος. Αυτό,
ακριβώς, λέγαμε χθες με τον Χρόνη, βλέποντας κάτι πλάνα από την
Ιορδανία. Σκεφτόμασταν, λοιπόν, ότι θα θέλαμε πάρα πολύ να φύγουμε και
να πάμε ένα ταξίδι χωρίς ημερομηνία επιστροφής. Να φύγουμε και όπου μας
βγάλει. Αυτό μας έχει λείψει πάρα πολύ και στους δύο.

Ημερομηνία καταχώρησης: 15.3.2007

Συνεντεύξεις